Αναστροφή τύπου στη γενική αίματος: Πότε είναι αθώο εύρημα και πότε χρειάζεται έλεγχος
Ο καθηγητής Αιματολογίας Μελέτιος Αθανάσιος Δημόπουλος εξηγεί τι σημαίνει η αναστροφή τύπου, πότε οφείλεται σε ίωση και πότε απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση.

Η «αναστροφή τύπου» στη γενική εξέταση αίματος, δηλαδή η κατάσταση κατά την οποία τα λεμφοκύτταρα υπερτερούν των ουδετερόφιλων, δεν αποτελεί πάθηση αλλά εύρημα, το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι ανησυχητικό. Αυτό υποστήριξε ο καθηγητής Θεραπευτικής Αιματολογίας-Ογκολογίας του ΕΚΠΑ, διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» και τέως πρύτανης του πανεπιστημίου, Μελέτιος Αθανάσιος Δημόπουλος, σε συνέντευξή του στο Πρακτορείο FM και στην εκπομπή «104,9 Μυστικά Υγείας».
Στους περισσότερους υγιείς ενήλικες ισχύει το αντίθετο: τα ουδετερόφιλα (πολυμορφοπύρηνα) βρίσκονται σε μεγαλύτερο αριθμό από τα λεμφοκύτταρα. Ο κ. Δημόπουλος σημειώνει ότι η προσοχή πρέπει να στρέφεται στους απόλυτους αριθμούς των κυττάρων και όχι μόνο στα ποσοστά.
Τι σημαίνει το εύρημα και ποια είναι τα αίτια
Όπως εξηγεί ο καθηγητής, αναστροφή τύπου υπάρχει όταν ο απόλυτος αριθμός των λεμφοκυττάρων είναι μεγαλύτερος από εκείνον των ουδετερόφιλων. Τα αίτια είναι πολλά: φάρμακα, λοιμώξεις, αιματολογικά νοσήματα, κάπνισμα, ακόμη και φυσιολογική παραλλαγή σε υγιή άτομα. Όπως ανέφερε, δεν υπάρχει «αυστηρή» φυσιολογική αναλογία μεταξύ των δύο τύπων κυττάρων και σημασία έχει οι απόλυτες τιμές να βρίσκονται εντός φυσιολογικών ορίων.
Στα παιδιά έως έξι ετών η υπεροχή των λεμφοκυττάρων είναι συνήθως φυσιολογική. Με την ηλικία η εικόνα αλλάζει και επικρατούν τα ουδετερόφιλα.
Αν η αύξηση των λεμφοκυττάρων συνδέεται με ιογενή λοίμωξη, η διάρκειά της είναι κατά κανόνα μικρότερη από δύο μήνες. Εάν επιμένει πέραν αυτού του διαστήματος, χρειάζεται περαιτέρω αξιολόγηση. Ενδείξεις για την προέλευσή της μπορεί να δώσει και η μικροσκοπική εξέταση του αίματος («πλακάκι»), όπου σε ιογενή λοίμωξη τα λεμφοκύτταρα μπορεί να εμφανίζουν χαρακτηριστικά διέγερσης. Δεν προκαλούν όλοι οι ιοί την ίδια εικόνα: στην COVID-19, όπως διευκρίνισε, παρατηρείται συχνότερα μείωση των λεμφοκυττάρων.
Πότε απαιτείται διερεύνηση
Ο κ. Δημόπουλος τονίζει ότι η αναστροφή τύπου εξετάζεται πάντα σε συνδυασμό με τον συνολικό αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων. Ως παράδειγμα ανέφερε την περίπτωση με 5.000 λευκά αιμοσφαίρια, 60% λεμφοκύτταρα και 30% πολυμορφοπύρηνα, που δεν προκαλεί ανησυχία. Διερεύνηση χρειάζεται όταν συνυπάρχουν χαμηλός αιματοκρίτης, χαμηλά αιμοπετάλια ή χαμηλά ουδετερόφιλα, ή όταν αυξάνεται ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων. Σημασία έχει και η εξέλιξη των τιμών: αν τα λευκά αυξάνονται σταδιακά, η εικόνα απαιτεί αξιολόγηση.
Όταν ο απόλυτος αριθμός των λεμφοκυττάρων ξεπερνά τα 5.000, πρέπει να γίνεται διερεύνηση και προς την κατεύθυνση της χρόνιας λεμφογενούς λευχαιμίας. Η τιμή αυτή, όπως υπογράμμισε, αποτελεί αφορμή ελέγχου και όχι αυτοτελή διάγνωση. Στο ερώτημα αν το εύρημα μπορεί να είναι πρώιμη ένδειξη αιματολογικής κακοήθειας, απάντησε καταφατικά, κυρίως όταν συνυπάρχει αυξημένος ή αυξανόμενος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων. Όπως είπε, από 10 ανθρώπους με αναστροφή τύπου, λιγότερος από ένας διατρέχει υψηλό κίνδυνο για αιματολογική κακοήθεια.
Επανέλεγχος και παρακολούθηση
Ως πρώτο βήμα, ο καθηγητής περιγράφει την επανάληψη της γενικής αίματος σε περίπου δύο μήνες, ώστε να διαπιστωθεί αν η μεταβολή είναι παροδική. Αν η εικόνα παραμένει σταθερή, χωρίς αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων ή των λεμφοκυττάρων, χωρίς μείωση των ουδετερόφιλων και χωρίς άλλα συμπτώματα ή παθολογικά ευρήματα, η παρακολούθηση μπορεί να περιοριστεί σε ετήσιο έλεγχο. Καθοριστική σημασία, όπως είπε, έχει η διαχρονική εξέλιξη των εξετάσεων.
Ο κ. Δημόπουλος επισήμανε ότι στην καθημερινή πράξη συναντά αρκετά άτομα με αναστροφή τύπου, τα οποία δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται αυτομάτως ασθενείς. Προειδοποίησε επίσης για τον κίνδυνο περιττών εξετάσεων, ακόμη και επεμβατικών όπως η παρακέντηση μυελού των οστών, και υποστήριξε ότι η απόφαση για περαιτέρω έλεγχο πρέπει να λαμβάνεται μόνο όταν υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες ιατρικές ενδείξεις.




