Αντίδραση του ΣΕΤΕ στην αύξηση του τέλους παρεπιδημούντων στο 1%
Ο ΣΕΤΕ διαφωνεί με την εξαγγελθείσα αύξηση του τέλους παρεπιδημούντων στο 1% και υποστηρίζει ότι δεν δικαιολογείται νέα επιβάρυνση των τουριστικών καταλυμάτων.

Την αντίθεσή του στην εξαγγελθείσα αύξηση του τέλους παρεπιδημούντων στο 1% εκφράζει ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ). Με ανακοίνωσή του την Παρασκευή, υποστηρίζει ότι μια νέα επιβάρυνση της τουριστικής δραστηριότητας δεν δικαιολογείται, ιδίως μετά την πρόσφατη αύξηση του τέλους έως το 0,75%, η οποία προβλέφθηκε με τον νόμο 5143/2024.
Η τοποθέτηση του ΣΕΤΕ αποτελεί την πρώτη αντίδραση του τουριστικού κλάδου στις εξαγγελίες που έκανε την Πέμπτη ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο συνέδριο της ΚΕΔΕ. Εκεί ανακοινώθηκαν μέτρα στήριξης για τους δήμους, ενώ έγινε λόγο για ειδικό τέλος στα καύσιμα και για αύξηση του τέλους παρεπιδημούντων.
Τα επιχειρήματα του Συνδέσμου
Ο ΣΕΤΕ αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην ανάπτυξη των προορισμών και στη βελτίωση της καθημερινότητας κατοίκων και επισκεπτών. Επισημαίνει όμως ότι η χρηματοδότησή της δεν μπορεί να βασίζεται στη διαρκή αύξηση των επιβαρύνσεων ενός συγκεκριμένου παραγωγικού κλάδου, όπως είναι τα τουριστικά καταλύματα, τα οποία κατά τον Σύνδεσμο συμβάλλουν διαχρονικά στα δημόσια έσοδα μέσω τελών και φορολογικών επιβαρύνσεων.
Για να στηρίξει τη θέση του, παραθέτει στοιχεία για το Τέλος Ανθεκτικότητας για την Κλιματική Κρίση. Τα έσοδα από αυτό ανήλθαν σε 588 εκατ. ευρώ το 2025, από 134 εκατ. ευρώ το 2019. Με βάση τα στοιχεία της ΑΑΔΕ έως τον Μάιο του 2026 και τον καταγραφόμενο ρυθμό αύξησης 31%, ο ΣΕΤΕ εκτιμά ότι οι εισπράξεις θα προσεγγίσουν τα 770 εκατ. ευρώ στο σύνολο του έτους.
Κατά τον Σύνδεσμο, η αποτελεσματική αξιοποίηση των ήδη διαθέσιμων πόρων πρέπει να προηγείται κάθε απόφασης για πρόσθετες επιβαρύνσεις. Υπενθυμίζει ότι έχει επανειλημμένα επισημάνει τη σημασία της σύνδεσης των υφιστάμενων εσόδων με τις πραγματικές ανάγκες των προορισμών.
Ανταγωνιστικότητα και ίσοι όροι
Ο ΣΕΤΕ επικαλείται επίσης μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ για τη φορολογική ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ξενοδοχείων. Σύμφωνα με αυτήν, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πέμπτη θέση ανάμεσα σε επτά ανταγωνιστικές μεσογειακές χώρες, λόγω των υψηλών φορολογικών επιβαρύνσεων και του μη μισθολογικού κόστους.
Όπως τονίζει, το τέλος παρεπιδημούντων επιβάλλεται επί του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από την κερδοφορία τους, γεγονός που αυξάνει τη σωρευτική επιβάρυνσή τους. Ο Σύνδεσμος θεωρεί αναγκαία τη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ όλων των μορφών τουριστικής διαμονής.
Στο τέλος της ανακοίνωσής του, ο ΣΕΤΕ αναφέρει ότι η ανταποδοτικότητα των υφιστάμενων πόρων, η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης και η διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού αποτελούν για τον ίδιο κεντρικές προτεραιότητες, «με κοινό στόχο την ανάπτυξη ισχυρών τοπικών κοινωνιών και ανταγωνιστικών, βιώσιμων τουριστικών προορισμών».







