ΔΝΤ: Οι αποτιμήσεις της τεχνητής νοημοσύνης απειλούν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί ότι μια απότομη διόρθωση στις μετοχές της AI, με φόντο τον υψηλό δανεισμό, θα μπορούσε να επηρεάσει το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποιεί ότι μια απότομη διόρθωση στις μετοχές των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να επεκταθεί πέρα από τον τεχνολογικό κλάδο και να πλήξει το διεθνές τραπεζικό σύστημα. Η προειδοποίηση περιλαμβάνεται στην τελευταία έκθεση του οργανισμού για την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα και αφορά τις υψηλές αποτιμήσεις, τον έντονο δανεισμό και τις αλληλοεξαρτώμενες χρηματοδοτήσεις στον χώρο της AI.
Το Ταμείο δεν προεξοφλεί κραχ. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι αγορές εξαρτώνται σήμερα από την πορεία ενός πολύ μικρού αριθμού επιχειρηματικών κολοσσών περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
Συγκέντρωση στον S&P 500
Οι επτά μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες των ΗΠΑ (Alphabet, Amazon, Apple, Meta, Microsoft, Nvidia και Tesla), γνωστές ως «Magnificent Seven», αντιπροσωπεύουν πλέον πάνω από το 35% της στάθμισης του δείκτη S&P 500. Πριν από μία δεκαετία το ποσοστό δεν ξεπερνούσε το 12%. Μέσα στην τελευταία διετία η συνολική κεφαλαιοποίησή τους αυξήθηκε κατά περισσότερο από 50%.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ, αυτή η συγκέντρωση σημαίνει ότι κάθε αμφισβήτηση της κερδοφορίας της τεχνητής νοημοσύνης θα μεταφερθεί γρήγορα σε ευρύτερα επενδυτικά χαρτοφυλάκια. Οι αναλυτές του οργανισμού διερωτώνται επίσης αν οι εταιρείες επενδύουν υπερβολικά κεφάλαια σε data centers και τσιπ νέας γενιάς, που μπορεί τελικά να μην αποδώσουν τα κέρδη που έχουν ήδη προεξοφλήσει οι επενδυτές.
Μόχλευση και «κυκλική χρηματοδότηση»
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο τρόπος χρηματοδότησης της ανόδου. Σημαντικό μέρος της στηρίζεται σε δανεικά κεφάλαια, από hedge funds έως ιδιώτες επενδυτές. Σε περίπτωση απότομης πτώσης, οι αναγκαστικές ρευστοποιήσεις για την κάλυψη εγγυήσεων (margin calls) θα μπορούσαν να επιταχύνουν τις απώλειες.
Η έκθεση αναφέρεται και στην «κυκλική χρηματοδότηση». Σε διάστημα τριών ετών διακινήθηκαν 300 δισ. δολάρια σε συμφωνίες, στις οποίες μεγάλοι όμιλοι AI επένδυαν σε μικρότερες εταιρείες του ίδιου οικοσυστήματος, και αυτές με τη σειρά τους αγόραζαν υπηρεσίες και εξοπλισμό από τους επενδυτές τους. Πίσω από αυτές τις συναλλαγές βρίσκονται δάνεια 650 δισ. δολαρίων και μελλοντικές δεσμεύσεις που φτάνουν το 1,4 τρισ. δολάρια.
Η Ευρώπη και η Βρετανία δεν διαθέτουν τεχνολογικούς κολοσσούς αντίστοιχου μεγέθους, όμως τα χρηματοπιστωτικά τους ιδρύματα έχουν μεγάλη έμμεση έκθεση σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία. Ο Αθανάσιος Βαμβακίδης, αναπληρωτής διευθυντής του τμήματος νομισματικών και κεφαλαιαγορών του ΔΝΤ, σημειώνει ότι η έκθεση των διεθνών επενδυτών στα αμερικανικά assets της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκεται σε ιστορικό υψηλό. Όπως εξηγεί, η άνοδος των μετοχών τροφοδοτεί σήμερα την πραγματική οικονομία μέσω του «φαινομένου πλούτου», ενώ μια αντιστροφή της τάσης θα μεταδιδόταν οριζόντια στο τραπεζικό σύστημα.
Οι τρεις παράγοντες κινδύνου
Εκτός από το σενάριο απότομης διόρθωσης στον τεχνολογικό κλάδο, το ΔΝΤ εντοπίζει τρεις παράγοντες που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ευρύτερη κρίση:
- Υποχώρηση των προσδοκιών για την AI, αν τα αποτελέσματα των επόμενων τριμήνων δεν δικαιολογήσουν το μέγεθος των επενδύσεων.
- Άνοδος του κόστους κρατικού δανεισμού, καθώς τα υψηλά επιτόκια και οι ανάγκες αναχρηματοδότησης των κυβερνήσεων περιορίζουν τη ρευστότητα στις αγορές.
- Κυβερνοεπίθεση μεγάλης κλίμακας σε κρίσιμες τραπεζικές υποδομές ή data centers, που θα μπορούσε να κλονίσει την εμπιστοσύνη στο σύστημα.
Το συνολικό μήνυμα της έκθεσης είναι ότι οι υποσχέσεις της τεχνητής νοημοσύνης δεν αναιρούν τους βασικούς οικονομικούς κανόνες. Όταν οι προσδοκίες ξεπερνούν τα θεμελιώδη μεγέθη και χρηματοδοτούνται με υπερβολικό χρέος, η προσαρμογή στην πραγματικότητα σπάνια είναι ομαλή.




