Dungeon synth: το «υπόγειο» είδος με ρίζες στο black metal που ανθεί και στην Ελλάδα
Με αφορμή τη δεύτερη διοργάνωση του φεστιβάλ «The Siege of Athens and Thessaloniki», μια ματιά στην ιστορία και στην ελληνική σκηνή του dungeon synth.

Η δεύτερη διοργάνωση του φεστιβάλ «The Siege of Athens and Thessaloniki» φέρνει στο προσκήνιο το dungeon synth, ένα μουσικό είδος εμπνευσμένο από τον Μεσαίωνα, τη λογοτεχνία του φανταστικού και το black metal, που στην Ελλάδα αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η πρώτη διοργάνωση, με τίτλο «1ο Ελληνικό Dungeon Synth Festival – Siege of Athens», είχε γίνει πέρυσι στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων στην Κυψέλη και είχε εξαντλήσει τα εισιτήριά της.
Τι είναι το dungeon synth
Πρόκειται για μουσική που παράγεται κυρίως με συνθεσάιζερ. Οι μελωδίες και οι ατμόσφαιρες παραπέμπουν σε μεσαιωνικούς κόσμους, μυθολογία και φανταστικές ιστορίες, με θέματα όπως δράκοι, κάστρα και μαγεμένες βασίλισσες. Γύρω από το είδος έχει δημιουργηθεί κοινότητα με έντονη διαδικτυακή παρουσία και χαρακτήρα «do it yourself»: οι δημιουργοί γράφουν, ηχογραφούν και συχνά κυκλοφορούν μόνοι τους τη μουσική τους, ενώ η κασέτα παραμένει το αγαπημένο μέσο. Τα φεστιβάλ και οι συναυλίες προσφέρουν στα μέλη της κοινότητας την ευκαιρία να συναντηθούν από κοντά.
Ως διαδικτυακό microgenre, το dungeon synth έχει πολλά υποείδη, όπως τα winter synth ή frost synth, dino synth, desert synth και comfy synth. Το επίθετο υποδηλώνει το κλίμα που θα ακούσει κανείς.
Από τα πρώτα χρόνια του ’90 στο σήμερα
Οι ρίζες του εντοπίζονται στις αρχές της δεκαετίας του ’90, σε στενή σχέση με τη σκηνή του black metal και τους ατμοσφαιρικούς πειραματισμούς της με πλήκτρα. Κεντρική μορφή υπήρξε ο Mortiis, πρώην μπασίστας των Emperor, με το «The song of a long forgotten ghost» του 1993. Πρόδρομος θεωρείται και ο Βρετανός Jim Kirkwood, που από το 1990 ηχογραφούσε ηλεκτρονική μουσική εμπνευσμένη από τον Τόλκιν. Στην πρώτη γενιά συγκαταλέγονται επίσης οι Γερμανοί Depressive Silence και το πρότζεκτ Wongraven του Satyr των Satyricon.
Ο όρος «dungeon synth» εμφανίστηκε το 2011, μέσα από το blog του Andrew Werdna. Στη συνέχεια δημιουργοί όπως ο Erang συνέβαλαν στην αναβίωση του ήχου, ενώ το Bandcamp, το YouTube και οι διαδικτυακές κοινότητες έφεραν ξανά στην επιφάνεια παλιές ηχογραφήσεις. Οι αναφορές διευρύνθηκαν προς τη μεσαιωνική μουσική, τα βιντεοπαιχνίδια και τα παιχνίδια ρόλων.
Η ελληνική σκηνή
Ο Γιώργος Χρηστάκης βρίσκεται πίσω από την Dale of Shadows, ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία κυκλοφορεί κασέτες dungeon synth και black metal. Ξεκίνησε το 2022, ενώ ο ίδιος είχε ήδη δραστηριοποιηθεί σε zines, mailorder και δισκογραφία. Όπως εξηγεί, σήμερα έχει επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στο dungeon synth. Σκοπός του, λέει, είναι να ανακαλύπτει και να προωθεί τις πρώτες δουλειές νέων καλλιτεχνών σε φυσική μορφή και σε λίγο μεγαλύτερο κοινό. Κριτήριο επιλογής είναι το προσωπικό γούστο: «δεν κοιτάζω κατά πόσο είναι πρωτότυπο ή ρηξικέλευθο αυτό, αλλά αν μου αρέσει εμένα ως ηχογράφηση».
Ο ίδιος αναλαμβάνει τα έξοδα παραγωγής, ενώ τα ψηφιακά έσοδα πηγαίνουν στους δημιουργούς. Σύμφωνα με τον Χρηστάκη, το κοινό της εταιρείας βρίσκεται κυρίως στο εξωτερικό, σε αναλογία 90/10.
Ο Χρηστάκης χωρίζει την ελληνική ιστορία του είδους σε δύο περιόδους: από το 1993-1994 έως το 2001 και από το 2015 έως σήμερα. Στην πρώτη ξεχωρίζει τον Erevos και τον Corvus Neblus, πρότζεκτ του Αλέξανδρου Αντωνίου των Macabre Omen. Στη δεύτερη αναφέρει τους Ekthelion, που εξελίχθηκαν σε Arthuros, τον Barak Tor και τον Anglachel. Ως ονόματα της σημερινής σκηνής αναφέρει επίσης τους Hildr Valkyrie και Slime Golem και τις εταιρείες Wyrm Lodge Records, Λα Μουρμίντζ και Black Death Industry.
Το ζήτημα της ιδεολογίας
Στις αρνητικές πτυχές της σκηνής συγκαταλέγεται η επιρροή του Burzum, του πρότζεκτ του Varg Vikernes, που επηρέασε τον ήχο του είδους. Ο Vikernes είναι γνωστός για τις νεοναζιστικές, ρατσιστικές και αντισημιτικές θέσεις του. Ο Χρηστάκης υποστηρίζει ότι η Dale of Shadows πήρε εξαρχής ξεκάθαρη στάση ενάντια στον φασισμό και στον ναζισμό και ότι, εξαιτίας της, έχει απορρίψει συνεργασίες στο παρελθόν.







