«Ευτυχισμένες μέρες» στο Πορεία: Ο Μπέκετ μέσα από το πρίσμα του πολέμου
Ο Δημήτρης Τάρλοου σκηνοθέτησε τις «Ευτυχισμένες μέρες» με την Αγλαΐα Παππά ως Γουίνι. Η παράσταση ολοκλήρωσε τη διαδρομή της στο θέατρο Πορεία την 1η Νοεμβρίου.

Με άξονα την οπτική του πολέμου ανέβηκε στο θέατρο Πορεία το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ «Ευτυχισμένες μέρες», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου. Οι παραστάσεις διήρκεσαν από τις 3 Σεπτεμβρίου έως την 1η Νοεμβρίου. Τον ρόλο της Γουίνι ερμήνευσε η Αγλαΐα Παππά και τον Γουίλι ο Δημήτρης Μπίτος.
Μια ηρωίδα που επιμένει
Η Γουίνι είναι μια γυναίκα που, όταν εξαντλείται το κουράγιο της, ζηλεύει τα ζώα της ζούγκλας. Επαναλαμβάνει σχεδόν μηχανικά ότι «δεν βαριέσαι, τι σημασία έχει…» και αναζητά διαρκώς μια λέξη, μια ανάμνηση ή μια μικρή αφορμή που θα δικαιολογήσει τη συνέχιση της ύπαρξής της. Κάθε διαβεβαίωση ευτυχίας λειτουργεί ως προσωρινή νίκη απέναντι στην ακινησία και τη φθορά, ενώ στην πραγματικότητα στη ζωή της δεν συμβαίνει τίποτα συγκλονιστικό.
Τον τίτλο του έργου ο Μπέκετ εμπνεύστηκε από το τραγούδι «Happy Days Are Here Again» των Μίλτον Ατζερ και Τζακ Γέλεν. Ο λόγος της ηρωίδας αναπτύσσεται συνειρμικά και θυμίζει τους εσωτερικούς μονολόγους του Τζέιμς Τζόυς και της Βιρτζίνια Γουλφ.
Η σκηνοθετική προσέγγιση
Στην παράσταση του Πορείας κυριαρχούν στοιχεία που παραπέμπουν σε εμπόλεμη συνθήκη: μια κόκκινη φωτεινή επιγραφή, σειρήνες συναγερμού που καλούν σε καταφύγια και ήχοι ελικοπτέρων. Η κριτική αποτίμηση της παράστασης θεωρεί ότι αυτό το αντιπολεμικό περίβλημα παραμένει επιφανειακό και ότι η Γουίνι δεν τοποθετείται σε νέα τροχιά, αλλά μένει εγκλωβισμένη στο παραληρηματικό εγώ της.
Το σκηνικό του Πάριδος Μέξη, ένας άνυδρος αμμόλοφος, αποτέλεσε ισχυρή εικαστική αναφορά στον χρόνο που συρρικνώνει το σώμα. Κατά την ίδια αποτίμηση, η σκηνοθεσία εστίασε υπερβολικά στη γεωμετρία του χώρου και στην ακρίβεια της κίνησης, με αποτέλεσμα η σιωπή του Μπέκετ να χάσει μέρος από το εφιαλτικό της βάρος.
Οι ερμηνείες
Η Αγλαΐα Παππά κλήθηκε να αντιμετωπίσει έναν ρόλο εξαιρετικών απαιτήσεων, όπου κάθε λέξη ανασύρει μια χαμένη εικόνα και κάθε παύση κρύβει τον κίνδυνο να μη βρεθεί η επόμενη φράση. Η ηθοποιός χειρίστηκε το σώμα και τις μικροκινήσεις των χεριών της με λεπτότητα, σχεδόν τελετουργικά: χτενίστηκε, περιποιήθηκε τον εαυτό της και κατάπιε μονομιάς το φάρμακο. Η υποτονική εκφορά του λόγου και οι περιορισμένες φωνητικές μεταπτώσεις έδωσαν, σύμφωνα με την κριτική ανάγνωση, μονοσήμαντη διάσταση στην ερμηνεία. Η Γουίνι εμφανίστηκε περισσότερο παραιτημένη παρά αθεράπευτα αισιόδοξη, ενώ η ανάγκη ελέγχου του ρυθμού από τον σκηνοθέτη περιόρισε την αυτενέργεια της ηθοποιού.
Ο Δημήτρης Μπίτος ενσάρκωσε τον Γουίλι με σωματική δεξιοτεχνία. Σύρθηκε, μούγκρισε και συρρικνώθηκε σε μια σχεδόν ζωώδη παρουσία, που παραπέμπει στον Λάκι από το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Η περιορισμένη συμμετοχή του στη δράση ανέδειξε, κατά την κριτική, το παράλογο και την υποδόρια κωμικότητα της ανθρώπινης κατάστασης.
Στο φινάλε η Γουίνι βυθίζεται σταδιακά στον χωμάτινο τάφο της και συνεχίζει να περιμένει το τίποτα. Η επίκληση της ευτυχίας δεν λειτουργεί ως θρίαμβος της αισιοδοξίας, αλλά ως οδυνηρή παραδοχή της ανθρώπινης ήττας.







