Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Νέα ενότητα για το «αργό σινεμά» σε εποχή σκρολαρίσματος
Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης εγκαινιάζει το πιλοτικό πρόγραμμα «Δαμάζοντας τον χρόνο», με ταινίες που ζητούν από τον θεατή υπομονή και προσοχή.

Μια νέα ενότητα αφιερωμένη στο «αργό σινεμά» (slow cinema) εντάσσεται στο πρόγραμμα του 67ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που θα διεξαχθεί από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου και ανοίγει την αυλαία του την Πέμπτη. Οι προβολές του πιλοτικού προγράμματος «Δαμάζοντας τον χρόνο» θα φιλοξενηθούν στην ανανεωμένη Αίθουσα «Τάκης Κανελλόπουλος» του Μουσείου Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης, χαρακτήρισε την επιλογή τολμηρή. «Σε μια εποχή που μετράει την προσοχή σε δευτερόλεπτα, που οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη πριν προλάβουμε πραγματικά να τις δούμε, θελήσαμε να κάνουμε τον χρόνο να κυλάει πιο αργά», ανέφερε. Όπως εξήγησε, η ενότητα περιλαμβάνει ταινίες δημιουργών όπως ο Λαβ Ντίαζ, οι οποίοι αδιαφορούν για την ταχύτητα και ζητούν από τον θεατή προσοχή και υπομονή.
Τι είναι ο αργός κινηματογράφος
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του είδους θεωρείται μια σκηνή από το «Τανγκό του Σατανά» (1994) του Μπέλα Ταρ. Σε αυτήν η κάμερα παρακολουθεί επί οκτώ συνεχόμενα λεπτά αγελάδες που περιφέρονται σε έναν λασπωμένο αγρό, ανάμεσα στα σπίτια ενός χωριού χωρίς ανθρώπινη παρουσία. Σε τέτοια πλάνα ο κινηματογραφικός χρόνος δεν υπηρετεί απλώς την αφήγηση, αλλά αποτελεί ο ίδιος το βασικό της θέμα.
Στο βιβλίο του «Το υπερβατικό ύφος στον κινηματογράφο», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, ο Πολ Σρέιντερ ορίζει το είδος ως το να κάνεις κάτι να διαρκεί περισσότερο απ’ όσο έχεις μάθει να περιμένεις. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου χρονολογείται από τη δεκαετία του 1970. Το σχετικό απόσπασμα και ένα εκτεταμένο κεφάλαιο προστέθηκαν στην αναθεωρημένη έκδοση του 2018.
Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κοτσέλης, που μετέφρασε το βιβλίο, εξηγεί ότι ο όρος «slow cinema» εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, ενώ το περιεχόμενο που περιγράφει υπήρχε πολύ νωρίτερα. Ως παραδείγματα αναφέρει ταινίες των Όζου, Μπρεσόν και Ντράγιερ. Κατά τον ίδιο, καθοριστικός παράγοντας είναι ο μη κατακερματισμός του χρόνου μέσω του μοντάζ. «Ο χρόνος βιώνεται στην ολότητά του», σημειώνει, προσθέτοντας ότι στην καλή εκδοχή του είδους ο θεατής μπορεί να αναστοχαστεί πάνω στο πλάνο και στο περιεχόμενο της ταινίας.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι αργό σινεμά δεν σημαίνει απαραιτήτως μεγάλη διάρκεια. Εκείνο που μετράει, όπως λέει, είναι η μέση διάρκεια του πλάνου, η οποία «στην εποχή του Instagram» τείνει προς το μηδέν. Στον αργό κινηματογράφο, αντίθετα, ο θεατής μπορεί να περιηγηθεί στο κάδρο σαν να παρακολουθεί μια θεατρική σκηνή, πάντοτε μέσα στις κατευθύνσεις που έχει θέσει ο δημιουργός.
Οι ταινίες και οι δημιουργοί
Στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης θα προβληθεί η πιο πρόσφατη ταινία του Λαβ Ντίαζ, «Πρόγονοι, αφήστε μας να περάσουμε». Παγκόσμια πρεμιέρα θα κάνει το «Ραντεβού» του Άλεξ Μπάρετ, με πρωταγωνίστρια τη Χασμίν, μια μόνη μητέρα που ετοιμάζεται με ενθουσιασμό για το πρώτο της ραντεβού έπειτα από χρόνια. Το φιλμ διαρκεί μόλις 80 λεπτά και εστιάζει όχι στην πλοκή αλλά στη συνθήκη της προσμονής, με τρόπο που παραπέμπει στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ.
Στο βιβλίο του Σρέιντερ ως εμβληματικοί εκπρόσωποι του είδους αναφέρονται οι Αγγελόπουλος, Κιαροστάμι, Ταρ και Αντονιόνι. Αναφέρονται επίσης νεότεροι δημιουργοί, όπως οι Πάβελ Παβλικόφσκι, Κρίστιαν Μουνγκίου, Κέλι Ράιχαρντ, Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν και Χιροκάζου Κόρε-Εντα. Ο συγγραφέας υιοθετεί διττή προσέγγιση: από τη μία υποστηρίζει ότι οι δημιουργοί αξιοποιούν την τάση του εγκεφάλου να συμπληρώνει τα κενά της εικόνας και έτσι «χειραγωγούν» τον θεατή. Από την άλλη, θεωρεί ότι ο θεατής συμμετέχει ενεργά, απελευθερωμένος από ένα συντριπτικό μοντάζ.
Για να στηρίξει τη θέση του, επικαλείται τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, κατά τον οποίο οι παύσεις και οι νεκροί χρόνοι δίνουν στον θεατή τη δυνατότητα να αποτιμήσει μια ταινία ορθολογιστικά και να συμπληρώσει τα νοήματα μιας σεκάνς. Στην αισθητική του Ταρκόφσκι, τέλος, έχει αναφερθεί ως επιρροή και ο Κρίστοφερ Νόλαν, σε ταινίες όπως το «Interstellar» και η «Οδύσσεια».







