Free-range parenting: πότε είναι ένα παιδί έτοιμο να κάνει πράγματα μόνο του
Η καταδίκη μιας μητέρας στις ΗΠΑ, επειδή άφησε τον 5χρονο γιο της να περπατήσει μόνος, αναζωπύρωσε τη συζήτηση για την προστασία και την αυτονομία των παιδιών.

Η καταδίκη μιας μητέρας στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ, επειδή επέτρεψε στον 5χρονο γιο της να περπατήσει μόνος μέσα στην κοινότητα όπου ζουν, έφερε ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα πόση αυτονομία πρέπει να έχουν τα παιδιά. Ο David Bredehoft, ομότιμος καθηγητής Ψυχολογίας και πρώην πρόεδρος του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Concordia, σχολιάζει την υπόθεση και εξηγεί πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στην προστασία και την υπερπροστασία.
Η βόλτα για τα φτερά και η δικαστική απόφαση
Ο Samuel ζει με την οικογένειά του σε περιφραγμένη κοινότητα στο Williamsburg της Βιρτζίνια. Όπως αναφέρει ο Bredehoft, ο μικρός πήγαινε συχνά με τη μητέρα του, Karyann Parkinson, σε μια κοντινή λιμνούλα, όπου μάζευε φτερά από χήνες. Στις 5 Ιουνίου, μετά από μια τέτοια βόλτα, ζήτησε να ξαναπάει μόνος του και εκείνη συμφώνησε.
Ένας γείτονας είδε το παιδί χωρίς συνοδεία και ειδοποίησε τον φύλακα ασφαλείας της κοινότητας. Ο φύλακας το συνόδευσε στο σπίτι και ενημέρωσε την αστυνομία. Στις 18 Ιουνίου αστυνομικοί επέστρεψαν με ένταλμα σύλληψης της μητέρας.
Η Parkinson καταδικάστηκε για συμβολή στην παραβατικότητα ανηλίκου. Της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή, ενώ το όνομά της καταχωρίστηκε για επτά χρόνια στο Μητρώο Παιδικής Κακοποίησης και Παραμέλησης της Βιρτζίνια. Η ίδια έχει προσφύγει κατά της καταδίκης. Σύμφωνα με τους γονείς, ο Samuel, που σήμερα είναι 6 ετών, γνωρίζει να διασχίζει με ασφάλεια τον δρόμο, να γυρίζει σπίτι και να ζητά βοήθεια από γείτονα όταν χρειάζεται.
Τι είναι το free-range parenting
Η υπόθεση αναζωπύρωσε στις ΗΠΑ τη συζήτηση για το free-range parenting, δηλαδή τη γονική ανατροφή «ελεύθερης εμβέλειας». Ο όρος έγινε γνωστός από τη Lenore Skenazy, συγγραφέα του βιβλίου «Free-Range Kids: How Parents and Teachers Can Let Go and Let Grow».
Ο Bredehoft τονίζει ότι η φιλοσοφία αυτή δεν σημαίνει απουσία κανόνων. Οι γονείς διδάσκουν βασικές αρχές ασφάλειας, όπως να ελέγχει το παιδί τον δρόμο πριν τον περάσει, να μην ακολουθεί αγνώστους και να ενημερώνει τους δικούς του. Μετά, το αφήνουν να κάνει μόνο του ορισμένα πράγματα, όταν κρίνουν ότι είναι έτοιμο. Οι υποστηρικτές της προσέγγισης θεωρούν ότι έτσι καλλιεργούνται ανθεκτικότητα και αυτονομία και ότι ακόμη και μια μικρή αρνητική εμπειρία μπορεί να λειτουργήσει ως μάθημα.
Στον αντίποδα, ο καθηγητής τοποθετεί τους «γονείς-ελικόπτερα», που εμπλέκονται υπερβολικά σε όσα κάνει το παιδί. Πρόκειται για γονείς που κάνουν για το παιδί πράγματα που μπορεί να κάνει μόνο του ή που αποφασίζουν στη θέση του, ακόμη κι όταν έχει φτάσει σε ηλικία να αποφασίζει το ίδιο. Ο Bredehoft παραπέμπει σε μελέτες που συσχετίζουν αυτή τη στάση με συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή, μικρότερο αυτοέλεγχο και δυσκολίες στη συναισθηματική ρύθμιση. Πρόκειται όμως για συσχετίσεις και όχι για απόδειξη αιτιότητας.
Τα αναπτυξιακά καθήκοντα των 3 έως 6 ετών
Στην ανάλυσή του ο Bredehoft επικαλείται μελέτη της Jean Illsley Clarke. Σύμφωνα με αυτήν, στην ηλικία των 3 έως 6 ετών το παιδί χρειάζεται να χτίσει σταδιακά τη δική του ταυτότητα και να γνωρίσει τον κόσμο και τον εαυτό του. Χρειάζεται επίσης να καταλάβει ότι οι πράξεις του έχουν συνέπειες, να μάθει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να ελέγξει και να αναλάβει απλές καθημερινές υποχρεώσεις. Ο γονέας συνεχίζει να προσφέρει αγάπη, προστασία και ασφάλεια, στηρίζει την εξερεύνηση, απαντά στις ερωτήσεις και θέτει όρια και συνέπειες.
Για την υπόθεση του Samuel, ο καθηγητής εκτιμά ότι τόσο το παιδί όσο και η μητέρα του ενήργησαν υπεύθυνα και ότι ο μικρός εξασκούσε δεξιότητες του αναπτυξιακού του σταδίου. Κατά τη γνώμη του, ο δικαστής θα μπορούσε να ενημερώσει τη μητέρα για όσα προβλέπει ο νόμος, να της απευθύνει προειδοποίηση και να απορρίψει τις κατηγορίες.
Το ευρύτερο ερώτημα, πάντως, μένει ανοιχτό: σε ποια ηλικία είναι έτοιμο ένα παιδί να κάνει κάποια πράγματα χωρίς να έχει διαρκώς δίπλα του έναν γονέα. Δεν απαντιέται, όπως επισημαίνεται, μόνο με έναν αριθμό στην ταυτότητα του παιδιού.




