Γαλλική κρίση και ελληνικό χρέος: τι σημαίνει η άνοδος των αποδόσεων για την Αθήνα
Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου έφτασε στο 5%. Η Ελλάδα έχει ισχυρές άμυνες, αλλά η διάρκεια της πίεσης θα κρίνει το κόστος δανεισμού της.

Νέες πιέσεις στο κόστος δανεισμού της Ελλάδας μπορεί να προκαλέσει η πολιτική και οικονομική αναταραχή στη Γαλλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης. Την Τετάρτη η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου έφτασε στο 5%, για πρώτη φορά από το 2002, με τις αποδόσεις και άλλων κρατών της ευρωζώνης να κινούνται ανοδικά. Η Αθήνα βρίσκεται σε καλύτερη θέση από παλαιότερα, όμως το πόσο θα διαρκέσει η πίεση θα καθορίσει τις συνέπειες.
Στην αγορά ομολόγων, το κλίμα επιβαρύνεται από τις δυσκολίες έγκρισης του γαλλικού προϋπολογισμού, την κοινωνική αναταραχή και τις αμφιβολίες για τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας.
Πώς μπορεί να φτάσει η πίεση στην Ελλάδα
Ο πρώτος δίαυλος είναι το επιτόκιο που θα ζητήσουν οι επενδυτές για τους νέους ελληνικούς τίτλους. Οι φετινές έξοδοι της χώρας στις αγορές έχουν ήδη ολοκληρωθεί, επομένως το ζήτημα αφορά κυρίως την επόμενη χρονιά. Αν η γαλλική κρίση οδηγήσει σε γενικευμένη αποφυγή κινδύνου, οι αγοραστές μπορεί να απαιτήσουν υψηλότερες αποδόσεις και από άλλους εκδότες. Η ένταση του φαινομένου θα εξαρτηθεί από το αν οι επενδυτές το αντιμετωπίσουν ως αποκλειστικά γαλλικό πρόβλημα ή ως ένδειξη ευρύτερης αστάθειας στην Ευρώπη.
Η σχετική επίδοση των ελληνικών ομολόγων δεν ταυτίζεται με το απόλυτο κόστος δανεισμού. Η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζεται σε καλύτερη θέση από τη Γαλλία και παρ' όλα αυτά να πληρώνει ακριβότερα μια νέα έκδοση, αν ανεβαίνει συνολικά το επίπεδο των αποδόσεων. Σε έναν υποθετικό δανεισμό 10 δισ. ευρώ, επιτόκιο υψηλότερο κατά μισή ποσοστιαία μονάδα σημαίνει πρόσθετους τόκους 50 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Οι άμυνες του ελληνικού χρέους
Η άνοδος των αποδόσεων στη δευτερογενή αγορά δεν αυξάνει αυτόματα τους τόκους για το σύνολο των υφιστάμενων υποχρεώσεων του Δημοσίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ για το τέλος Ιουνίου 2026, η μέση σταθμική διάρκεια του χρέους ήταν 18,28 έτη και ο δείκτης σταθερού επιτοκίου έφτανε το 100%. Τα συνολικά ταμειακά διαθέσιμα της Γενικής Κυβέρνησης ανέρχονταν σε 31,11 δισ. ευρώ, κάτι που δίνει περιθώριο ως προς τον χρόνο άντλησης κεφαλαίων.
Η προστασία αυτή έχει όμως χρονικό όριο. Καθώς παλαιότερες υποχρεώσεις λήγουν και αντικαθίστανται από νέο δανεισμό, το κόστος των αγορών αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Μια σύντομη αναταραχή και μια πολυετής περίοδος υψηλών επιτοκίων έχουν έτσι διαφορετικές συνέπειες για τη διαχείριση του χρέους.
Υπάρχει και η πραγματική οικονομία. Αν η κρίση στη Γαλλία επιβαρύνει την ευρωπαϊκή ζήτηση και την επενδυτική εμπιστοσύνη, μπορεί να δυσκολέψει και την ανάπτυξη στην Ελλάδα. Η μείωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ εξαρτάται και από το μέγεθος της οικονομίας, ενώ η ασθενέστερη ανάπτυξη μπορεί να περιορίσει τα φορολογικά έσοδα.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και η αξιολόγηση της S&P
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης το 2025 ανήλθε σε 4,935 δισ. ευρώ, δηλαδή 2% του ΑΕΠ. Το ακαθάριστο ενοποιημένο χρέος εκτιμάται στα 362,995 δισ. ευρώ, ή 145,4% του ΑΕΠ, με το ΑΕΠ στα 249,726 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία προκύπτουν από τη δεύτερη κοινοποίηση προς τη Eurostat στο πλαίσιο της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος. Μεταξύ της κοινοποίησης του Απριλίου και αυτής του Οκτωβρίου 2026, το πλεόνασμα αυξήθηκε κατά 0,3% του ΑΕΠ και το χρέος μειώθηκε κατά 0,7% του ΑΕΠ.
Το χρέος υποχώρησε περαιτέρω στο 140,8% του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Η πτωτική πορεία είναι ουσιαστική, αλλά το ύψος του το καθιστά ευαίσθητο σε παρατεταμένες εξωτερικές πιέσεις.
Στις 23 Οκτωβρίου είναι προγραμματισμένη η αξιολόγηση της Ελλάδας από τον οίκο S&P, που διατηρεί τη χώρα στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές. Η γαλλική κρίση δεν προδικάζει την απόφαση, όμως η αξιοπιστία μιας χώρας δοκιμάζεται και από την αντοχή της σε ένα δυσμενέστερο εξωτερικό περιβάλλον.




