Καταρίνα φαν Χέμεσσεν: Έκθεση στην Αμβέρσα φέρνει στο φως μια ξεχασμένη ζωγράφο της Αναγέννησης
Στο μουσείο Snijders&Rockoxhuis εγκαινιάστηκε στις 15 Οκτωβρίου έκθεση για τη φλαμανδή ζωγράφο, ενώ η National Gallery θα της αφιερώσει δική της έκθεση τον Μάρτιο του 2027.

Η Καταρίνα φαν Χέμεσσεν, μία από τις σημαντικότερες αλλά λιγότερο γνωστές μορφές της φλαμανδικής Αναγέννησης, βρίσκεται στο επίκεντρο έκθεσης που εγκαινιάστηκε στις 15 Οκτωβρίου στο μουσείο Snijders&Rockoxhuis της Αμβέρσας. Τον Μάρτιο του 2027 η National Gallery του Λονδίνου θα εγκαινιάσει την πρώτη βρετανική έκθεση αφιερωμένη αποκλειστικά στη ζωγράφο.
Η έκθεση της Αμβέρσας φέρει τον τίτλο «Van Hemessen & Father» και παρουσιάζει τα έργα της δίπλα σε εκείνα του πατέρα και δασκάλου της, Γιαν φαν Χέμεσσεν. Έντεκα από τα δεκαεννέα έργα που της αποδίδονται εκτίθενται μαζί με πίνακες του πατέρα της, ώστε να εξεταστεί η λειτουργία του οικογενειακού εργαστηρίου.
Η αυτοπροσωπογραφία του 1548
Το 1548, σε ηλικία είκοσι ετών, η Χέμεσσεν ζωγράφισε τον εαυτό της μπροστά σε καβαλέτο, με πινέλο και παλέτα στα χέρια. Στον πίνακα έγραψε στα λατινικά ότι τον ζωγράφισε η ίδια, το 1548, σε ηλικία 20 ετών. Το έργο ανήκει σήμερα στο Kunstmuseum Basel και θεωρείται ένα από τα πρώτα γνωστά παραδείγματα αυτοπροσωπογραφίας στην οποία ο καλλιτέχνης απεικονίζεται την ώρα που ζωγραφίζει.
Η επιλογή ήταν ασυνήθιστη, καθώς οι καλλιτέχνες της εποχής παρουσιάζονταν συχνά με τρόπο που υπογράμμιζε την κοινωνική τους θέση και σπανιότερα με τα εργαλεία της δουλειάς τους. Εκείνη έδειξε και τα δύο: μια καλοντυμένη γυναίκα εύπορης οικογένειας και μια επαγγελματία ζωγράφο.
Μια καριέρα με περιορισμούς
Η Χέμεσσεν γεννήθηκε γύρω στο 1528 στην Αμβέρσα, σε μια περίοδο οικονομικής και καλλιτεχνικής άνθησης. Ο πατέρας της είχε σημαντική θέση στη συντεχνία του Αγίου Λουκά και το εργαστήριό του αναλάμβανε πορτρέτα και θρησκευτικές συνθέσεις. Τα αδέλφια της ταξίδεψαν στην Ιταλία για να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους, ενώ εκείνη, ως γυναίκα, δεν είχε τις ίδιες ευκαιρίες και δεν μπορούσε να γίνει μέλος της συντεχνίας.
Παρά τούτο, η δουλειά της αναγνωρίστηκε από τους συγχρόνους της. Ιταλός ιστορικός του 16ου αιώνα την είχε επαινέσει ως εξαιρετική ζωγράφο μικρών έργων, ενώ τα πορτρέτα της ήταν περιζήτητα στους εύπορους κύκλους της πόλης. Από τα δεκαεννέα γνωστά έργα που συνδέονται με το όνομά της, τα δεκατέσσερα φέρουν την υπογραφή της.
Σύμφωνα με την ιστορικό τέχνης Karolien De Clippel, που ερευνά τη ζωή της από τη δεκαετία του 1990, μεταγενέστεροι μελετητές χαρακτήριζαν τη ζωγραφική της αδύναμη ή αφελή, όταν δεν την αγνοούσαν. Η ίδια αποδίδει μεγάλο μέρος της απαξίωσης στον πατερναλιστικό τρόπο με τον οποίο γράφτηκε η ιστορία της τέχνης.
Νέες ενδείξεις για τη συμβολή της
Νεότερες τεχνικές εξετάσεις έχουν εντοπίσει ενδείξεις ότι η Χέμεσσεν συμμετείχε και σε έργα που μέχρι σήμερα αποδίδονταν μόνο στον πατέρα της. Ο επιμελητής της έκθεσης, Maarten Bassens, αναφέρεται στις συνθέσεις «Ο Χριστός και η μοιχαλίδα» και «Ο Χριστός εκδιώκει τους εμπόρους από τον Ναό», όπου θεωρεί πιθανό ότι η νεαρή ζωγράφος είχε σημαντική συμβολή. Αν οι αποδόσεις επιβεβαιωθούν, η συμμετοχή της θα αποδειχθεί μεγαλύτερη από όσο είναι σήμερα γνωστό.
Παρόμοιες επανεξετάσεις έχουν αλλάξει την εικόνα άλλων γυναικών ζωγράφων, όπως η Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι, η Μικαελίνα Βοτιέ και η Ορσόλα Μανταλένα Κάτσια, των οποίων έργα αποδίδονταν επί αιώνες σε πατεράδες, συζύγους ή άλλους άνδρες του εργαστηρίου τους.
Για την προσωπική της ζωή είναι γνωστά λιγότερα. Το 1554 παντρεύτηκε τον μουσικό Κέρστιαν ντε Μορέιν και δύο χρόνια αργότερα το ζευγάρι μετακόμισε στην Ισπανία, όπου ο σύζυγός της υπηρέτησε ως οργανίστας στην αυλή της Μαρίας της Ουγγαρίας. Μετά το 1556 δεν έχουν εντοπιστεί άλλα έργα της, ενώ η ημερομηνία του θανάτου της παραμένει άγνωστη.
Ο τίτλος της έκθεσης, που τοποθετεί το όνομα της κόρης πριν από εκείνο του πατέρα, αντιστρέφει τον συνηθισμένο τρόπο παρουσίασης των γυναικών καλλιτεχνών ως κορών, συζύγων ή αδελφών σημαντικότερων ανδρών.




