Λίμπιντο και έντερο: τι δείχνει η έρευνα για τη σύνδεση με το μικροβίωμα
Το εντερικό μικροβίωμα φαίνεται να επικοινωνεί με τον εγκέφαλο και να σχετίζεται με τις ορμόνες. Οι επιστήμονες εξετάζουν αν παίζει ρόλο και στη σεξουαλική επιθυμία.

Το έντερο ίσως έχει λόγο στη σεξουαλική επιθυμία, σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα. Τα τρισεκατομμύρια μικρόβια που ζουν στο πεπτικό σύστημα φαίνεται ότι εμπλέκονται σε διαδικασίες που αφορούν τη σεξουαλική υγεία, με τους ερευνητές να στρέφουν την προσοχή τους στον λεγόμενο άξονα εντέρου–εγκεφάλου–λίμπιντο. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ωστόσο ότι οι αποδείξεις είναι ακόμη περιορισμένες.
Στρες, δυσβίωση και ορμόνες
Όταν ο οργανισμός αντιμετωπίζει απειλή, ενεργοποιείται ο μηχανισμός «μάχης ή φυγής» και η ενέργεια κατευθύνεται στις λειτουργίες που εξασφαλίζουν την επιβίωση. Η σεξουαλική επιθυμία περνά τότε σε δεύτερη μοίρα. Παρόμοιοι μηχανισμοί μπορεί να τίθενται σε λειτουργία και από τις πιέσεις της καθημερινότητας, όπως οι επαγγελματικές υποχρεώσεις, οι οικονομικές δυσκολίες και το χρόνιο άγχος.
Εδώ φαίνεται να εμπλέκεται το μικροβίωμα. Όταν διαταράσσεται η ισορροπία των μικροοργανισμών του εντέρου, κατάσταση που ονομάζεται δυσβίωση, ενδέχεται να επηρεάζονται οι μηχανισμοί που ρυθμίζουν το στρες και τη φλεγμονή.
Ρόλο φαίνεται να παίζουν και οι ορμόνες. Η τεστοστερόνη και τα οιστρογόνα είναι σημαντικές για τη σεξουαλική λειτουργία, και ορισμένα εντερικά μικρόβια συμμετέχουν στον μεταβολισμό τους. Το ήπαρ επεξεργάζεται τις ορμόνες και συμβάλλει στην απομάκρυνσή τους, όμως κάποιοι μικροοργανισμοί διαθέτουν ένζυμα που μπορούν να επηρεάσουν τη διαδικασία και να επιτρέψουν την επαναπορρόφηση μέρους των ορμονών.
Συστηματική ανασκόπηση στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Clinical Gastroenterology εξέτασε τη σχέση των ορμονών του φύλου με τη σύνθεση και την ποικιλομορφία του εντερικού μικροβιώματος. Τα ευρήματα υποστηρίζουν μια σύνθετη αλληλεπίδραση, χωρίς να αποδεικνύουν ότι οι αλλαγές στο μικροβίωμα προκαλούν άμεσα αύξηση ή μείωση της λίμπιντο.
Η επικοινωνία εντέρου και εγκεφάλου
Έντερο και εγκέφαλος επικοινωνούν διαρκώς μέσω ενός δικτύου νευρικών, ορμονικών και ανοσολογικών μηχανισμών. Οι ερευνητές Τζον Κράιαν και Τίμοθι Ντίναν έχουν μελετήσει εκτενώς πώς οι μικροοργανισμοί του εντέρου μπορούν να επηρεάζουν τον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά. Ορισμένα μικρόβια παράγουν ή επηρεάζουν ουσίες που σχετίζονται με νευροδιαβιβαστές, όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη, οι οποίες συμμετέχουν στη ρύθμιση της διάθεσης, της ευχαρίστησης και των κινήτρων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι νευροδιαβιβαστές του εντέρου φτάνουν απευθείας στον εγκέφαλο· η επικοινωνία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, νευρικά σήματα και μεταβολίτες των μικροοργανισμών.
Το ζήτημα αποκτά ενδιαφέρον για τη σεξουαλική επιθυμία, καθώς η κατάθλιψη συχνά συνοδεύεται από ανηδονία, δηλαδή μειωμένη ικανότητα να αντλεί κανείς ευχαρίστηση από δραστηριότητες που απολάμβανε παλαιότερα. Οι επιστήμονες εξετάζουν αν η επίδραση του μικροβιώματος στη διάθεση συνδέεται έμμεσα και με τη λίμπιντο.
Τι μπορεί να κάνει κανείς
Δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή κλινικά δεδομένα που να δείχνουν ότι μια συγκεκριμένη διατροφή αυξάνει άμεσα τη σεξουαλική επιθυμία μέσω του μικροβιώματος. Επιστημονική ανασκόπηση στο World Journal of Gastrointestinal Pathophysiology ανέδειξε πάντως τη σημασία παραγόντων όπως η διατροφή και το στρες. Οι γενικές συμβουλές για την υγεία του εντέρου είναι:
- περισσότερες φυτικές ίνες από όσπρια, λαχανικά, φρούτα και δημητριακά ολικής άλεσης·
- τρόφιμα πλούσια σε πολυφαινόλες, όπως τα μούρα και τα παντζάρια·
- τακτική σωματική δραστηριότητα·
- επαρκής ύπνος, που συμβάλλει στη ρύθμιση του στρες, της διάθεσης και των ορμονών.
Όσοι δεν καταναλώνουν συνήθως πολλές φυτικές ίνες καλό είναι να αυξάνουν σταδιακά την πρόσληψη, ώστε να περιορίσουν το φούσκωμα και τα αέρια. Άτομα με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου ή φλεγμονώδη νόσο του εντέρου χρειάζονται εξατομικευμένη διατροφική καθοδήγηση.
Η σεξουαλική επιθυμία προκύπτει από την αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων και δεν εξαρτάται από ένα μόνο όργανο, μία ορμόνη ή έναν μικροοργανισμό. Η έρευνα για τον άξονα εντέρου–εγκεφάλου ανοίγει πάντως ένα νέο πεδίο στη μελέτη της σεξουαλικής υγείας.




