Λόρα Μάλβεϊ στη Θεσσαλονίκη: «Σχεδόν πολιτισμικό κλισέ» το «ανδρικό βλέμμα»
Η σκηνοθέτις και θεωρητικός Λόρα Μάλβεϊ έρχεται για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για masterclass και μιλά για την επικαιρότητα της θεωρίας της.

Η Λόρα Μάλβεϊ, σκηνοθέτις, συγγραφέας και ακαδημαϊκός, επισκέπτεται για πρώτη φορά τη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του 67ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Εκεί θα δώσει masterclass με θέμα την πολιτική του βλέμματος. Η ίδια παραδέχεται ότι η έννοια του «ανδρικού βλέμματος», που διατύπωσε τη δεκαετία του 1970, είναι πλέον «σχεδόν πολιτισμικό κλισέ».
Η θεωρία της διατυπώθηκε στο δοκίμιο «Οπτικές και άλλες απολαύσεις», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2005 από τις εκδόσεις Παπαζήση, σε μετάφραση Μαρίας Κομνηνού. Θεωρείται θεμέλιος λίθος της φεμινιστικής παρέμβασης στην κινηματογραφική θεωρία. Τη δεκαετία του 1970 υπήρξε επαναστατική και λειτούργησε ως νέος «τρόπος να βλέπουμε», όπως και το σύγχρονό της έργο του Τζον Μπέρτζερ «Η εικόνα και το βλέμμα».
Από τον Χίτσκοκ στον Γκοντάρ
Η διάλεξη θα ξεκινήσει με την πρώτη σκηνή του «Νοτόριους» (1946) του Αλφρεντ Χίτσκοκ. Η Μάλβεϊ τον χαρακτηρίζει σκηνοθέτη με πολύ συνειδητή έμφυλη ματιά. Όπως εξηγεί, θέλει να είναι απολύτως ειλικρινής και να εντάξει το έργο της στο πολιτικό κλίμα της εποχής του. «Πρόκειται για ένα δοκίμιο που είναι άνω των 50 ετών, για όνομα του Θεού», σημειώνει, και προσθέτει ότι θα προσπαθήσει να ανακαλέσει τη σκέψη της τότε. Σχεδιάζει να εφαρμόσει την κειμενική ανάλυση, για να δείξει πώς ο ίδιος ο σκηνοθέτης αντιλαμβανόταν τη δυνατότητα του κινηματογράφου να καθιερώσει μια αρρενωπότητα της θέασης.
Η συζήτηση αναμένεται να θίξει ζητήματα οπτικής απόλαυσης, επιθυμίας και θέασης, που έχουν επηρεάσει γενιές δημιουργών, κριτικών και θεατών. Θα ακολουθήσει ρετροσπεκτίβα του έργου της, με προβολές ταινιών όπως το «Riddles of the Sphinx» (1977), μία από τις έξι που γύρισε με τον Πίτερ Γουόλεν.
Η Μάλβεϊ χρησιμοποιεί συχνά ως παράδειγμα την «Περιφρόνηση» (1963) του Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Στην ερώτηση αν η ανάλυση αυτή αφαιρεί κάτι από την απόλαυση των ταινιών, απαντά ότι το φύλο είναι τόσο καίριο ζήτημα στο έργο των δύο δημιουργών, ώστε μπορεί κανείς να μάθει από αυτούς. Κατά την ίδια, ο θεατής μπορεί να απολαμβάνει και ταυτόχρονα να παρακολουθεί τους μηχανισμούς εν δράσει, με βλέμμα περιέργειας και όχι με βλέμμα που απλώς μιμείται την ανδρική θέαση.
Κουίρ οπτική, ποσοστώσεις και αντιστρεψιμότητα
Μία από τις συχνές κριτικές στη θεωρία της είναι ότι επικεντρώνεται στα δύο φύλα και αγνοεί την κουίρ οπτική. Η Μάλβεϊ απαντά ότι αυτό οφειλόταν εν μέρει στο ότι ασχολήθηκε κυρίως με το Χόλιγουντ, το οποίο χαρακτηρίζει εξαιρετικά ετεροκανονικό και βασισμένο σε μεγάλο βαθμό σε ένα ταμπού της ομοφυλοφιλίας. Η υπερβολική αρρενωπότητα, όπως λέει, δεν ήταν μόνο τρόπος να γίνονται οι γυναίκες θέαμα. Ήταν και τρόπος να αποφεύγεται να γίνει θέαμα ο άνδρας σταρ, από το άγχος μήπως η ομορφιά του πρωταγωνιστή γίνει αντικείμενο της αισθητικής της ταινίας.
Για την επικαιρότητα του θέματος, δηλώνει ότι το ζήτημα της αρρενωπότητας και του καταπιεστικού της χαρακτήρα παραμένει πολύ επίκαιρο. Ως σημαντική αλλαγή, έστω ανεπαρκή, αναφέρει ότι σήμερα περισσότερες γυναίκες κάνουν ταινίες. Τη δεκαετία του ’70, σημειώνει, δεν υπήρχαν γυναίκες που να γυρίζουν μεγάλες εμπορικές παραγωγές και ελάχιστες δούλευαν στον καλλιτεχνικό και πειραματικό κινηματογράφο.
Τάσσεται υπέρ των ποσοστώσεων, γιατί, όπως εξηγεί, η είσοδος των γυναικών στη σκηνοθεσία είναι μόνο η μισή μάχη. Οι ταινίες τους συχνά περιθωριοποιούνται και αντιμετωπίζονται ως «γυναικείες». Αντίθετα, μια εμπορική ταινία που απευθύνεται σε άνδρες έχει περισσότερες πιθανότητες να προσελκύσει και γυναίκες.
Όταν της τέθηκε το ενδεχόμενο ενός «γυναικείου βλέμματος», με αφορμή αφιερώματα στην εμφάνιση νικητών των πρόσφατων ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, η Μάλβεϊ γέλασε. Υπενθύμισε ότι πάντα αντιτασσόταν στην αντιστρεψιμότητα. Όπως είπε, μπορεί να λειτουργεί στην κωμωδία, αλλά όταν αναποδογυρίζονται οι έμφυλες ανισότητες, διαιωνίζονται. «Διαφωνώ εντελώς», τόνισε.
Για το κύμα ταινιών πορνό που εντάχθηκε στον καλλιτεχνικό κανόνα την εποχή που έγραφε, όπως το «Βαθύ λαρύγγι» (1972), είπε ότι για σύντομο διάστημα σκέφτηκε πως άξιζε να μελετηθεί ο τρόπος που απεικονιζόταν η σεξουαλικότητα στην οθόνη. Τόνισε ωστόσο ότι δεν την ενδιέφερε ποτέ το θέμα αυτό καθαυτό, αλλά οι αφηγηματικές δομές και οι τρόποι με τους οποίους οι έμφυλες σχέσεις αποκαλύπτονται στον κινηματογράφο.







