Λουγκάνσκι και Κοτσανόφσκι με την ΚΟΑ σε βραδιά αφιερωμένη στον Μπραμς
Ο πιανίστας Νικολάι Λουγκάνσκι παίζει στις 20 Νοεμβρίου με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Μέγαρο Μουσικής το Κοντσέρτο αρ. 2 του Μπραμς.

Ο Ρώσος πιανίστας Νικολάι Λουγκάνσκι επιστρέφει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και θα εμφανιστεί στις 20 Νοεμβρίου με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ). Πρόκειται για την τρίτη συνεργασία του με το σύνολο. Θα ερμηνεύσει το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 2 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 83, του Γιοχάνες Μπραμς, υπό τη διεύθυνση του Ρώσου αρχιμουσικού Στανισλάβ Κοτσανόφσκι.
Το πρόγραμμα είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στον Γερμανό ρομαντικό συνθέτη. Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς θα ακουστεί η Τέταρτη Συμφωνία του. Τα εισιτήρια κοστίζουν 60, 45, 35 και 25 ευρώ, ενώ υπάρχει και εκπτωτική τιμή των 15 ευρώ.
Το Δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο
Τα πρώτα σχέδια του έργου χρονολογούνται από την άνοιξη του 1878, όταν ο Μπραμς ταξίδευε στην Ιταλία. Η ολοκλήρωσή του απαίτησε περίπου τρία χρόνια, καθώς ο συνθέτης δούλευε με διαλείμματα, λόγω των συναυλιακών του υποχρεώσεων και της παράλληλης σύνθεσης άλλων έργων. Αφιερώθηκε στον πιανίστα και συνθέτη Έντουαρντ Μάρκσεν, παλιό δάσκαλο και φίλο του. Η πρεμιέρα δόθηκε στη Βουδαπέστη στις 9 Νοεμβρίου 1881, με τον ίδιο τον Μπραμς ως σολίστ και μαέστρο τον Αλεξάντερ Έρκελ.
Μετά την πρεμιέρα του πρώτου κοντσέρτου, ο συνθέτης είχε γράψει ότι «ένα δεύτερο κοντσέρτο θα είναι πολύ διαφορετικό». Αν το πρώτο έργο χαρακτηρίζεται από νεανικό πάθος και θυελλώδη διάθεση, το δεύτερο φέρει τη σφραγίδα ενός ώριμου δημιουργού, με μορφολογική διαύγεια και έντονα συμφωνικό χαρακτήρα. Παρά τις μεγάλες τεχνικές απαιτήσεις, ο σολίστ συνομιλεί με την ορχήστρα ως «πρώτος μεταξύ ίσων». Η ορχήστρα δεν περιορίζεται στη συνοδεία, αλλά συνδιαμορφώνει το μουσικό τοπίο, με λογική που θυμίζει συχνά μουσική δωματίου.
Το κοντσέρτο έχει τέσσερα μέρη. Στο πρώτο το κόρνο εκθέτει το βασικό θέμα και το πιάνο απαντά με δυναμική καντέντσα. Το σκέρτσο είναι το μοναδικό μέρος που δεν είναι γραμμένο σε σι ύφεση μείζονα, αλλά σε ρε ελάσσονα. Το αργό τρίτο μέρος ξεχωρίζει για το εκτενές σόλο του βιολοντσέλου. Το ίδιο θέμα ο Μπραμς το μετέτρεψε αργότερα στο τραγούδι «Immer leiser wird mein Schlummer». Το φινάλε είναι ανάλαφρο και χορευτικό, και κλείνει με μια εκτενή coda σε πιο γρήγορο τέμπο.
Η Τέταρτη Συμφωνία
Ο Μπραμς άρχισε να εργάζεται πάνω στην Τέταρτη Συμφωνία το καλοκαίρι του 1884, σε ένα χωριό της νοτιοανατολικής Αυστρίας. Προαισθανόμενος ότι το έργο θα ξένιζε το κοινό, έγραψε σε επιστολές του με λογοπαίγνιο ότι στην περιοχή «οι φράουλες δεν ωριμάζουν και δε γίνονται γλυκές, ώστε να τις τρώει κανείς απλά σαν φρούτα». Η συμφωνία ολοκληρώθηκε το επόμενο καλοκαίρι και η πρεμιέρα της δόθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1885, με τον συνθέτη να διευθύνει την ορχήστρα του Μάινινγκεν.
Το έργο θεωρείται το απαύγασμα της ωριμότητάς του ως συμφωνικού δημιουργού. Το πρώτο μέρος ξεκινά χωρίς εισαγωγή, ενώ οι μελωδικές ιδέες του, αν και φαινομενικά διαφορετικές, πηγάζουν από μια ενιαία εσωτερική λογική. Τη μεγαλύτερη καινοτομία αποτελεί το φινάλε, που βασίζεται στην παλιά φόρμα της πασακάλιας: ένα σύντομο μελωδικό σχήμα επαναλαμβάνεται διαρκώς και πάνω του χτίζονται παραλλαγές. Το θέμα προέρχεται από το τελευταίο χορωδιακό της Καντάτας αρ. 150 του Μπαχ, «Nach dir, Herr, verlanget mich». Από ενορχηστρωτική άποψη το φινάλε θεωρείται το κορυφαίο επίτευγμα του Μπραμς, ο οποίος δεν έγραψε άλλη συμφωνία μέχρι τον θάνατό του.







