Παιδική παχυσαρκία: Οι παιδίατροι Αττικής προειδοποιούν για επιπλοκές από τη σχολική ηλικία
Η Ένωση Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Αττικής τονίζει την ανάγκη έγκαιρης αναγνώρισης της παιδικής παχυσαρκίας, με αφορμή τις νέες οδηγίες του ΠΟΥ.

Την ανάγκη για έγκαιρη αναγνώριση και εξατομικευμένη αντιμετώπιση της παιδικής και εφηβικής παχυσαρκίας υπογραμμίζει η Ένωση Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Αττικής. Η παρέμβασή της γίνεται με αφορμή τις νέες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), που δημοσιεύθηκαν στις 7 Οκτωβρίου. Όπως σημειώνει, πρόκειται για χρόνια, πολυπαραγοντική νόσο, με επιπτώσεις που μπορεί να εμφανιστούν ήδη από τη σχολική ηλικία και απαιτούν μακροχρόνια φροντίδα με ενεργό συμμετοχή της οικογένειας.
Τα στοιχεία για την Ελλάδα
Σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο του ΠΟΥ για τον έκτο γύρο της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας COSI, με δεδομένα της περιόδου 2022-2024, περίπου το 37% των παιδιών ηλικίας 7 ετών στην Ελλάδα είχε αυξημένο σωματικό βάρος ή παχυσαρκία και περίπου το 18% παχυσαρκία. Στο σύνολο των συμμετεχουσών χωρών, για παιδιά 7-9 ετών, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 25% και 11%.
Στην πανελλήνια έρευνα HBSC του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας (ΕΠΙΨΥ) το 2022, το 22,2% των μαθητών ηλικίας 11, 13 και 15 ετών κατατάχθηκε στην κατηγορία υπέρβαρου ή παχυσαρκίας, έναντι 19% το 2018. Η εκτίμηση βασίζεται στο βάρος και το ύψος που ανέφεραν οι ίδιοι οι έφηβοι.
Σε έρευνα γονέων που παρουσίασαν το 2024 το υπουργείο Υγείας και η UNICEF, μόλις το 20,6% των εφήβων 15-17 ετών αναφέρθηκε ότι ασκείται καθημερινά για τουλάχιστον μία ώρα. Ο μέσος χρόνος μπροστά σε οθόνες για δραστηριότητες εκτός εκπαίδευσης έφθανε τις τρεις ώρες την ημέρα. Τα ποσοστά αφορούν διαφορετικές ηλικίες και μεθόδους καταγραφής, γι' αυτό δεν συγκρίνονται απευθείας μεταξύ τους.
Επιπλοκές που δεν περιμένουν την ενηλικίωση
Η Ένωση επισημαίνει ότι οι επιπτώσεις της παχυσαρκίας μπορεί να εξελίσσονται ακόμη και χωρίς εμφανή συμπτώματα. Στις επιπλοκές περιλαμβάνονται:
προδιαβήτης και διαβήτης τύπου 2, αυξημένη αρτηριακή πίεση και διαταραχές των λιπιδίων, λιπώδης νόσος του ήπατος, αποφρακτική υπνική άπνοια, ορθοπαιδικά προβλήματα και μυοσκελετικός πόνος, καθώς και διαταραχές της εμμήνου ρύσεως και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών στις έφηβες.
«Οι παραπάνω επιπλοκές δεν εμφανίζονται σε κάθε παιδί. Η πιθανότητά τους, όμως, καθιστά αναγκαία την έγκαιρη κλινική αξιολόγηση», αναφέρει η Ένωση. Προσθέτει ότι μακροπρόθεσμα η παχυσαρκία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων και ορισμένων καρκίνων στην ενήλικη ζωή, όπως του ενδομητρίου, του μαστού, του παχέος εντέρου και ορθού, του ήπατος, του παγκρέατος και του νεφρού.
Όπως τονίζει, η ψυχική επιβάρυνση χρειάζεται την ίδια προσοχή. Τα πειράγματα, ο σχολικός εκφοβισμός και οι διακρίσεις λόγω βάρους μπορούν να προκαλέσουν ντροπή, κοινωνική απομόνωση και επιδείνωση της σχέσης με το φαγητό, ενώ ο στιγματισμός μπορεί να απομακρύνει το παιδί από την άσκηση και την ιατρική βοήθεια.
Ο ρόλος του παιδιάτρου και της οικογένειας
Κατά την Ένωση, στο βάρος επηρεάζουν η κληρονομικότητα, οι βιολογικοί μηχανισμοί της πείνας, ο ύπνος, το άγχος και οι συνθήκες διαβίωσης. Η ενοχοποίηση του παιδιού ή των γονέων δυσκολεύει τη θεραπευτική συνεργασία. Ο παιδίατρος παρακολουθεί την ανάπτυξη μέσω των καμπυλών βάρους και ύψους, του Δείκτη Μάζας Σώματος και της αρτηριακής πίεσης, ενώ οι εξετάσεις επιλέγονται ανάλογα με την ηλικία, τη βαρύτητα και τα ευρήματα. Σε ορισμένα παιδιά που αναπτύσσονται, στόχος μπορεί να είναι η σταθεροποίηση του βάρους καθώς αυξάνεται το ύψος. Σε σοβαρή παχυσαρκία ή παρουσία επιπλοκών απαιτείται συνεργασία με εξειδικευμένη ομάδα.
Ως βασικά σημεία παρέμβασης η Ένωση αναφέρει το νερό αντί για ζαχαρούχα ποτά, τα τακτικά γεύματα, τη μεγαλύτερη ποικιλία θρεπτικών τροφίμων, το οικογενειακό τραπέζι χωρίς οθόνες και τον επαρκή ύπνο. Για τις ηλικίες 5-17 ετών, ο ΠΟΥ συστήνει κατά μέσο όρο τουλάχιστον 60 λεπτά μέτριας έως έντονης σωματικής δραστηριότητας ημερησίως. Σε επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να προστεθεί φαρμακευτική αγωγή και, σε σοβαρές περιπτώσεις, να εξεταστεί η χειρουργική αντιμετώπιση από διεπιστημονική ομάδα.
Η Ένωση ζητά επίσης συνεργασία της Πολιτείας, των σχολείων και των επαγγελματιών υγείας, ώστε κάθε παιδί να έχει πρόσβαση σε ποιοτική διατροφή, ασφαλείς χώρους άσκησης και κατάλληλες υπηρεσίες υγείας, ανεξάρτητα από τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς του.




