Ποιος ήταν θαμμένος στη ρωμαϊκή σαρκοφάγο του Ουέστμινστερ: νέα μελέτη δείχνει ηγούμενο
Νέα αρχαιολογική μελέτη περιορίζει σε δύο ηγουμένους του 11ου αιώνα την ταυτότητα του νεκρού που βρέθηκε στη ρωμαϊκή σαρκοφάγο του Αβαείου του Ουέστμινστερ στο Λονδίνο.

Ο άνθρωπος που είχε ενταφιαστεί σε μια ρωμαϊκή σαρκοφάγο του 4ου αιώνα στο Αβαείο του Ουέστμινστερ, στο Λονδίνο, δεν ήταν ο Ρωμαίος για τον οποίο είχε κατασκευαστεί. Σύμφωνα με νέα αρχαιολογική μελέτη που δημοσιεύτηκε στις 21 Οκτωβρίου στο «Journal of the British Archaeological Association», ήταν πιθανότατα ένας από τους δύο ηγουμένους της μονής που έζησαν πριν από περίπου χίλια χρόνια.
Τη μελέτη υπογράφει ο Warwick Rodwell, αρχαιολογικός σύμβουλος του Αβαείου. Το ζήτημα απασχολεί τους ερευνητές εδώ και περισσότερο από ενάμιση αιώνα.
Η σαρκοφάγος και ο σταυρός
Η σαρκοφάγος είναι κατασκευασμένη από ασβεστόλιθο και χρονολογείται στον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν η Βρετανία ανήκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η λατινική επιγραφή στη μία πλευρά της αναφέρει τον Valerius Amandinus και τους Valerius Superventor και Marcellus, οι οποίοι την κατασκεύασαν για τον πατέρα τους.
Στο κάλυμμα υπάρχει ωστόσο ένας μεγάλος λατινικός σταυρός, που δεν ανήκει στη ρωμαϊκή διακόσμηση. Προστέθηκε στην ύστερη αγγλοσαξονική περίοδο, πιθανότατα τον 10ο ή τον 11ο αιώνα, γεγονός που δείχνει ότι η σαρκοφάγος επαναχρησιμοποιήθηκε.
Η πρώτη καταγεγραμμένη ανακάλυψη έγινε το 1820, όταν εργάτες την εντόπισαν κατά λάθος και έσπασαν το κάλυμμα σε έξι κομμάτια. Το 1869 ανασκάφηκε επισήμως βόρεια του κυρίως ναού, στην περιοχή όπου κατά τον Μεσαίωνα βρισκόταν η αυλή ενός σκευοφυλακίου της εποχής του Ερρίκου Γ΄.
Τα οστά και η ραδιοχρονολόγηση
Για χρόνια θεωρούνταν ότι ο σκελετός είχε χαθεί. Το 2016, όταν η σαρκοφάγος μεταφέρθηκε για συντήρηση και αφαιρέθηκε το κάλυμμα, διαπιστώθηκε ότι σχεδόν όλα τα οστά βρίσκονταν ακόμη στο εσωτερικό, ανακατεμένα και φθαρμένα.
Η ανθρωπολογική εξέταση από τον Τζέιμς Γιανγκ Λάνγκθορν της Pre-Construct Archaeology έδειξε ότι ανήκαν σε άνδρα 35 έως 49 ετών, ύψους περίπου 1,75 μέτρου. Εντοπίστηκαν οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις, δύο επουλωμένα κατάγματα στα πλευρά και ενδείξεις ουρικής αρθρίτιδας. Τα στοιχεία διαφέρουν από την εκτίμηση του 19ου αιώνα, που περιέγραφε έναν εύρωστο άνδρα έως 30 ετών.
Η ραδιοχρονολόγηση, που έγινε στη Σκωτία, έδωσε χρονικό εύρος από το 987 έως το 1052 μ.Χ. Ο νεκρός έζησε επομένως περίπου 700 χρόνια μετά τον Ρωμαίο της επιγραφής και ετάφη στον Μεσαίωνα, όταν στο Ουέστμινστερ λειτουργούσε ήδη βενεδικτινό μοναστήρι. Στον πυθμένα της σαρκοφάγου οι αρχαιολόγοι εντόπισαν και το ορθογώνιο αποτύπωμα με λευκά κατάλοιπα ασβέστη, που σύμφωνα με τον Ρόντγουελ προέρχεται σχεδόν βέβαια από ξύλινο φέρετρο.
Οι δύο υποψήφιοι
Ο Ρόντγουελ εκτιμά ότι ο μεγάλος σταυρός και η ποιότητα της σαρκοφάγου παραπέμπουν σε πρόσωπο με υψηλή θέση στην εκκλησιαστική ιεραρχία και ότι ο νεκρός είχε σχεδόν σίγουρα διατελέσει ηγούμενος. Συγκρίνοντας τους καταλόγους των ηγουμένων με τη ραδιοχρονολόγηση, κατέληξε αρχικά σε τρία ονόματα. Ο Wulfsige, ηγούμενος από το 988 έως το 993, θεωρείται λιγότερο πιθανός, καθώς αποχώρησε για να αναλάβει επισκοπικό αξίωμα αλλού.
Απομένουν ο Ælfwig, ηγούμενος από το 993 έως περίπου το 1020, και ο διάδοχός του Wulnoth, που πέθανε το 1049. Ο Ρόντγουελ θεωρεί ελαφρώς πιθανότερο τον Ælfwig, επειδή ήταν ήδη μοναχός στο Ουέστμινστερ πριν γίνει ηγούμενος και ηγήθηκε της μονής περίπου 27 χρόνια. Όπως σημειώνει, δεν υπάρχει στοιχείο για οριστική ταύτιση: «Δεν γνωρίζουμε την ημερομηνία γέννησης κανενός από τους δύο».
Τα ανοιχτά ερωτήματα
Η μελέτη συνδυάζει την ανθρωπολογική εξέταση με παλαιότερες έρευνες. Το 2009 η τηλεοπτική ομάδα Time Team του Channel 4 είχε εξετάσει τα κατάλοιπα του μεσαιωνικού σκευοφυλακίου, ενώ νέα ανασκαφή της Pre-Construct Archaeology στην ίδια περιοχή ολοκληρώθηκε το 2025, ενόψει του νέου σκευοφυλακίου του Καρόλου Γ΄, που προγραμματίζεται να ανοίξει το 2027.
Αναπάντητο μένει από πού προήλθε η σαρκοφάγος. Ο ασβεστόλιθος προέρχεται από το Οξφορντσάιρ, αλλά η αρχική της θέση είναι άγνωστη. Ο Ρόντγουελ πιστεύει ότι δεν βρισκόταν εκεί όπου βρέθηκε τον 19ο αιώνα και ότι ίσως μεταφέρθηκε από ρωμαϊκό μαυσωλείο, χωρίς να αποκλείει την ύπαρξη άγνωστης μέχρι σήμερα ρωμαϊκής έπαυλης και νεκροταφείου στην περιοχή.
Άγνωστο παραμένει και γιατί επιλέχθηκε μια ρωμαϊκή σαρκοφάγος για την ταφή μεσαιωνικού ηγουμένου. Ο αρχαιολόγος σημειώνει ότι η επαναχρησιμοποίηση ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη και ότι δεν έχει βρεθεί άμεσα συγκρίσιμο παράδειγμα. Μια πιθανότητα είναι ο Valerius Amandinus να ήταν χριστιανός, όμως η επιγραφή δεν επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα.




