Ρόρρης και Τέτσης «συνομιλούν» στην Πινακοθήκη Αβέρωφ, στο Μέτσοβο
Η Πινακοθήκη Αβέρωφ φιλοξενεί έκθεση με έργα του Παναγιώτη Τέτση και του Γιώργου Ρόρρη. Ο Ρόρρης μίλησε για τη σχέση με τον δάσκαλό του και για τα έργα του με χώμα.

Η Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο παρουσιάζει έως τον Ιανουάριο κοινή έκθεση με έργα του Παναγιώτη Τέτση (1925-2016) και του Γιώργου Ρόρρη (γεν. 1963). Λίγες ώρες πριν από τα εγκαίνια, ο Γιώργος Ρόρρης μίλησε για τον δάσκαλό του και για το πώς γεννήθηκαν τα έργα του με θέμα το χώμα.
Η έκθεση φέρνει αντιμέτωπους δύο ζωγράφους με διαφορετικές αφετηρίες και εκφραστικές αναζητήσεις, που συναντώνται στην προσήλωση στη ζωγραφική, στην παρατήρηση και στην αναζήτηση της αλήθειας του έργου. Τους χωρίζουν περίπου σαράντα χρόνια.
Το φως και το χώμα
Σύμφωνα με την παρουσίαση της έκθεσης, το φως και το χώμα αποτελούν τα συστατικά της ζωγραφικής και των δύο καλλιτεχνών. Ο Τέτσης μελέτησε σε όλη του τη διαδρομή το φως και επιχείρησε να το αποδώσει μέσα από το χρώμα, αναδεικνύοντας τη δομή, τη γεωμετρία και τη σταθερότητα του κόσμου που ζωγράφιζε. Ο Ρόρρης, πιο κοντά στην πρώτη ύλη και στις γήινες αποχρώσεις, χρησιμοποιεί το φως για να αναδείξει τη σωματικότητα, τον εσωτερικό κόσμο και την υπαρξιακή διάσταση των μορφών του.
Και οι δύο, όπως σημειώνεται, αντιμετώπισαν κοινούς θεματικούς και εικαστικούς προβληματισμούς, άλλοτε με διαφορετικό και άλλοτε ίσως με κοινό τρόπο.
Το έργο με χώμα και πέτρες από το Μέτσοβο
Ο Γιώργος Ρόρρης διηγήθηκε πώς προέκυψε η σειρά έργων με το χώμα. Το 2019 έπρεπε να συμμετάσχει σε έκθεση με θέμα το Μέτσοβο, όμως, όπως είπε, δεν είχε τρόπο να το αποδώσει, καθώς δεν κατάγεται από την περιοχή. Όταν τον πήρε τηλέφωνο ο Σωτήρης Ιωάννου, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Κατώγι Αβέρωφ, ζήτησε να του σταλούν πέντε τσουβάλια χώμα και περίπου δέκα πέτρες από το Μέτσοβο. Έτσι γεννήθηκε το πρώτο έργο, με τίτλο «Χώμα και πέτρες από το Μέτσοβο».
Ο ίδιος το χαρακτήρισε έργο καθαρά σωματικής έκφρασης, για το οποίο δεν χρειάστηκε, όπως είπε, ιδιαίτερη διανοητική συμβολή. Ένωσε δύο μεγάλες ξύλινες επιφάνειες σε ένα επίπεδο δύο μέτρων, άπλωσε το χώμα φτιάχνοντας μικρά υψώματα και λακκούβες και πρόσθεσε τις πέτρες. Το έργο έμεινε δύο χρόνια στο εργαστήριό του και αποτέλεσε αφορμή για μια σειρά άλλων, που δημιουργήθηκαν χωρίς πινέλα, με τα χέρια, στο πνεύμα του Τζάκσον Πόλοκ, τον οποίο ο Ρόρρης δήλωσε ότι αγαπά.
Η παρακαταθήκη του δασκάλου
Για τον Τέτση, ο Ρόρρης είπε ότι μέσω αυτού έμαθε να αγαπά τη ζωγραφική πράξη καθαυτή. Υπενθύμισε ότι ο Τέτσης σπούδασε κυρίως στο Παρίσι, όπου σπούδασε και ο ίδιος, σε μια εποχή που η αφηρημένη τέχνη κυριαρχούσε. Όπως εξήγησε, από εκεί προέρχεται η αντίληψη ότι ο τρόπος έκφρασης είναι σημαντικότερος από το θέμα. Τη φιλοσοφία αυτή, πρόσθεσε, ο δάσκαλός του την πέρασε με την παρατήρηση, την παρότρυνση και την παραίνεση, όχι με τη βία.
Οι χρωματικές παλέτες των δύο ζωγράφων, κατά τον Ρόρρη, σημαδεύτηκαν από τον τόπο τους. Η δική του γκάμα αντανακλά τα καφεκόκκινα χώματα του ορεινού χωριού όπου μεγάλωσε. Ο Τέτσης, που μεγάλωσε στην Ύδρα, δεν ξέφυγε από το ψυχρό γαλάζιο της θάλασσας και τον ζεστό βράχο φωτισμένο από τον ήλιο.
Ο Ρόρρης υποστήριξε ότι κατάλαβε νωρίς πως η ζωγραφική του Τέτση δεν μπορούσε να αντιγραφεί και πως ο καλύτερος τρόπος να τον τιμήσει δεν ήταν η μίμηση. Κράτησε, όπως είπε, την ουσία: τον ενθουσιασμό για τη δημιουργία. Αυτός τον οδηγεί καθημερινά στο ατελιέ, όπου περιμένει την καλλιτεχνική έκπληξη. Σημείωσε επίσης ότι έχει διαρκώς την αίσθηση πως θα μπορούσε να έχει κάνει τα έργα του καλύτερα, γι' αυτό ξεκινά κάτι νέο μόλις ολοκληρώσει έναν πίνακα.
Σχετικά με τις μεγάλες επιφάνειες που καλύπτουν πολλά από τα έργα του, ο Ρόρρης ανέφερε ότι είναι πολύ δύσκολο να ζωγραφίσει κανείς σε τέτοιες διαστάσεις, και ότι σε αυτό τον βοήθησε ο Τέτσης.




