Σεροτονίνη και διατροφή: Ο ρόλος της τρυπτοφάνης, των πρωτεϊνών και των υδατανθράκων
Η σεροτονίνη δεν είναι ορμόνη και δεν υπάρχει τροφή που τη «φτιάχνει». Τι ρόλο παίζουν η τρυπτοφάνη, οι υδατάνθρακες και το έντερο.

Η σεροτονίνη, που συχνά αποκαλείται «ορμόνη της ευτυχίας», είναι στην πραγματικότητα νευροδιαβιβαστής, δηλαδή χημικός αγγελιοφόρος που μεταφέρει σήματα ανάμεσα στα νευρικά κύτταρα. Η σύνδεσή της με τη διατροφή είναι πιο περίπλοκη από όσο συχνά παρουσιάζεται, σύμφωνα με πληροφορίες που στηρίζονται σε στοιχεία της Cleveland Clinic και των National Institutes of Health (NIH).
Ο χαρακτηρισμός «ορμόνη της χαράς» χρησιμοποιείται επειδή η ουσία συμμετέχει στη ρύθμιση της διάθεσης και του αισθήματος ευεξίας. Η δράση της όμως είναι ευρύτερη: επηρεάζει επίσης τον ύπνο, την όρεξη, τη μνήμη και την πέψη. Περίπου το 90% της σεροτονίνης του οργανισμού βρίσκεται στο γαστρεντερικό σύστημα και μόνο μικρότερο μέρος παράγεται στον εγκέφαλο. Η σεροτονίνη του εντέρου δεν περνά απλώς στον εγκέφαλο.
Τρυπτοφάνη και αιματοεγκεφαλικός φραγμός
Ο οργανισμός δεν παίρνει έτοιμη σεροτονίνη από τις τροφές. Για να τη συνθέσει χρειάζεται τρυπτοφάνη, ένα απαραίτητο αμινοξύ που δεν μπορεί να παραχθεί από τον ίδιο και πρέπει να προσλαμβάνεται από τη διατροφή. Επειδή η τρυπτοφάνη είναι ένα από τα δομικά συστατικά των πρωτεϊνών, οι περισσότερες τροφές που την περιέχουν είναι πλούσιες σε πρωτεΐνη.
Το γεγονός ότι μια τροφή περιέχει πολλή τρυπτοφάνη δεν σημαίνει ότι θα αυξήσει αυτομάτως τη σεροτονίνη στον εγκέφαλο. Για να φτάσει εκεί, η τρυπτοφάνη πρέπει να περάσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και ανταγωνίζεται άλλα αμινοξέα που χρησιμοποιούν τον ίδιο μηχανισμό μεταφοράς. Έτσι, ακόμη και ένα γεύμα πλούσιο σε πρωτεΐνη δεν εξασφαλίζει ότι θα φτάσει περισσότερη τρυπτοφάνη στον εγκέφαλο.
Σημασία έχει και ο συνδυασμός των τροφών. Οι υδατάνθρακες προκαλούν έκκριση ινσουλίνης, η οποία επηρεάζει την κυκλοφορία άλλων αμινοξέων στο αίμα και μπορεί να διευκολύνει σχετικά την πρόσβαση της τρυπτοφάνης στον εγκέφαλο. Θεωρητικά, ένα ισορροπημένο γεύμα με πηγή τρυπτοφάνης και σύνθετους υδατάνθρακες δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες από μια μεμονωμένη τροφή. Ως πρακτικά παραδείγματα αναφέρονται το γιαούρτι με βρώμη και ξηρούς καρπούς, το αυγό με ψωμί ολικής άλεσης, το ψάρι με καστανό ρύζι και τα όσπρια με δημητριακά ολικής άλεσης.
Οι υπόλοιποι παράγοντες και ο άξονας εντέρου-εγκεφάλου
Η λειτουργία του συστήματος της σεροτονίνης επηρεάζεται και από την καθημερινότητα. Ο ύπνος, το στρες, η σωματική δραστηριότητα και η έκθεση στο φυσικό φως παίζουν ρόλο. Η άσκηση έχει συνδεθεί με καλύτερη διάθεση, ενώ το φως βοηθά στη ρύθμιση του βιολογικού ρολογιού. Δεν έχει σημασία μόνο πόση σεροτονίνη παράγεται, αλλά και πώς τη χρησιμοποιεί ο οργανισμός, καθώς καθοριστικοί είναι και οι υποδοχείς του εγκεφάλου, τα σημεία όπου «προσδένεται» για να μεταδώσει το μήνυμά της.
Τα τελευταία χρόνια μελετάται έντονα ο άξονας εντέρου-εγκεφάλου. Οι φυτικές ίνες και μια διατροφή πλούσια σε φυτικές τροφές βοηθούν στη διατήρηση υγιούς εντερικού μικροβιώματος. Τα μικρόβια του εντέρου παράγουν ουσίες που μπορούν να επηρεάζουν τον μεταβολισμό της τρυπτοφάνης και έμμεσα μηχανισμούς σχετιζόμενους με τον εγκέφαλο. Η έρευνα θεωρείται πολλά υποσχόμενη, όμως δεν έχει αποδειχθεί ότι συγκεκριμένα προβιοτικά ή τρόφιμα μπορούν από μόνα τους να αυξήσουν τη σεροτονίνη στον εγκέφαλο.
Η χαμηλή ή διαταραγμένη λειτουργία της σεροτονίνης έχει συνδεθεί με προβλήματα διάθεσης, άγχος και διαταραχές ύπνου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθλιψη ή άλλες ψυχικές διαταραχές οφείλονται απλώς στην «έλλειψη σεροτονίνης»: η ψυχική υγεία εξαρτάται από πολλούς βιολογικούς, ψυχολογικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, ενώ ο ακριβής ρόλος της ουσίας εξακολουθεί να μελετάται.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι καμία τροφή δεν «φτιάχνει» από μόνη της τη σεροτονίνη ή τη διάθεση. Μια ισορροπημένη διατροφή με επαρκή τρυπτοφάνη, σύνθετους υδατάνθρακες και φυτικές τροφές μπορεί να υποστηρίξει τους φυσιολογικούς μηχανισμούς παραγωγής της, αποτελεί όμως μόνο ένα κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης εικόνας.




