Θεοτοκάς – Σεφέρης: η νέα έκδοση της αλληλογραφίας φωτίζει μια φιλία με «κεφλίδικο ύφος»
Η δεύτερη έκδοση της «Αλληλογραφίας Θεοτοκά – Σεφέρη (1930-1966)» από τον Ίκαρο επιτρέπει, μισό αιώνα μετά την πρώτη, μια νέα ανάγνωση της σχέσης των δύο λογοτεχνών.

Η «Αλληλογραφία Θεοτοκά – Σεφέρη (1930-1966)» κυκλοφόρησε σε δεύτερη, επιμελημένη έκδοση από τον Ίκαρο, μισό αιώνα μετά την πρώτη, που είχε εκδοθεί από τον Ερμή το 1975. Η νέα έκδοση δίνει την ευκαιρία να επανεξεταστεί η φιλία του Γιώργου Θεοτοκά και του Γιώργου Σεφέρη με βάση υλικό που τότε δεν ήταν διαθέσιμο, σύμφωνα με την Φιόνα Αντωνελάκη, μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Οι «παράλληλες αλληλογραφίες»
Η πρώτη έκδοση είχε πρωτοπαρουσιάσει στο κοινό μια άγνωστη ως τότε πλευρά των δύο συγγραφέων, την επιστολογραφική. Ο φιλολογικός επιμελητής της, Γ. Π. Σαββίδης, είχε σημειώσει ότι για μια ασφαλέστερη «θερμομέτρηση» των επιστολών θα χρειάζονταν άλλες αλληλογραφίες των δύο φίλων, που τότε δεν ήταν δημοσιευμένες. Σήμερα πολλές από αυτές υπάρχουν, και η συγκριτική μελέτη γίνεται πια εφικτή.
Η πυκνότερη περίοδος της αλληλογραφίας είναι η δεκαετία 1930-1940, και ιδίως τα πρώτα χρόνια της. Τότε ο Σεφέρης υπηρετούσε στο Λονδίνο και ο Θεοτοκάς δημοσίευε στην Αθήνα την πρώτη ενθαρρυντική κριτική για τη «Στροφή» (1931), κείμενο που περιλαμβάνεται στο επίμετρο του τόμου.
«Γράψε ένα βιβλίο»
Οι δύο άντρες στήριζαν ο ένας τον άλλον στη συγγραφή. Στο αντίτυπο του «Ελεύθερου Πνεύματος» (1929) που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Σεφέρη, ο Θεοτοκάς έγραψε αστειευόμενος ότι, όταν γράφει βιβλίο, ο Σεφέρης του λέει να αφήσει τις σαχλαμάρες και να ζήσει τη ζωή του, ενώ όταν πάει να ζήσει τη ζωή του, του λέει να γράψει βιβλίο. Ο Θεοτοκάς παρότρυνε με τη σειρά του τον Σεφέρη να δημοσιεύσει τα νέα ποιήματά του.
Τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσαν, «Μόσκας» για τον Σεφέρη και «Φαβρίκιος» για τον Θεοτοκά, προέρχονται από το «Μοναστήρι της Πάρμας» του Σταντάλ. Όπως έχει δείξει η Βασιλική Κοντογιάννη (2022), το μυθιστόρημα λειτουργούσε ως κώδικας επικοινωνίας ανάμεσά τους. Φαβρίκιο ονόμασε ο Θεοτοκάς και τον ήρωα του διηγήματος «Ο άνθρωπος που έγραψε ένα βιβλίο» (περ. «Νέα Εστία», Χριστούγεννα 1931). Ο ήρωας γίνεται στόχος κριτικών και κοινωνικού περίγυρου επειδή τύπωσε ένα βιβλίο. Η Αντωνελάκη βλέπει στο διήγημα απήχηση της προσωπικής εμπειρίας και των δύο, καθώς τα πρώτα τους έργα αντιμετωπίστηκαν με επιφύλαξη.
«Δούλευε χωρίς να βιάζεσαι», συμβούλευε ο Σεφέρης, σημειώνοντας ότι στην τέχνη το τέλος φανερώνεται ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένεις. Η σύγκριση με τις άλλες αλληλογραφίες δείχνει, κατά την ερευνήτρια, ότι οι επιστολές διακρίνονται από «ένα ύφος κάπως κεφλίδικο», όπως το χαρακτηρίζει η ίδια παραθέτοντας τη σχετική φράση της αλληλογραφίας. Το ύφος αυτό είναι εντονότερο στα σατιρικά πεζά και στιχουργικά «σκαλαθύρματα» που παρεμβάλλονται στις επιστολές και σατιρίζουν την πνευματική και την πολιτική ζωή του τόπου.
Η αραίωση της επικοινωνίας
Με τα χρόνια η επικοινωνία αραίωσε αισθητά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο Θεοτοκάς έγραφε ότι για τον Σεφέρη ως άνθρωπο, μετά το 1941, δεν αισθανόταν αρμόδιος να μιλήσει. Απουσίαζε επίσης από το «Τιμητικό αφιέρωμα για τα τριάντα χρόνια της Στροφής» (1961). Σε επιστολή του προς τον Ζήσιμο Λορεντζάτο (10.2.1962) εξηγούσε ότι ο Σεφέρης ήταν γι’ αυτόν «ένα πρόβλημα που δεν το έχω λύσει» και ότι αμήχανα στεκόταν μπροστά στην «αγωνία» ή το «δράμα» του ποιητή.
Μετά τον πρόωρο θάνατο του Θεοτοκά, ο Σεφέρης δημοσίευσε τη «Συνομιλία με τον Φαβρίκιο» (1967), όπου αναπολεί τη φιλία της νιότης: «Πάντα με μπρίο και αγάπη· συζητούσαμε, τον έκρινα και μ’ έκρινε».




