Τζούλι Αν Στάντζακ: Επιστρέφει στο Μέγαρο Μουσικής με το «Vollmond» της Πίνα Μπάους
Η χορεύτρια του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ χορεύει πέντε βραδιές από την Πέμπτη 5/11, είκοσι χρόνια μετά την πρεμιέρα του «Vollmond». Τα εισιτήρια έχουν εξαντληθεί.

Η Τζούλι Αν Στάντζακ, ιστορικό μέλος του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ, επιστρέφει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για το «Vollmond» (Πανσέληνος) της Πίνα Μπάους. Θα χορέψει επί πέντε συνεχόμενες βραδιές, από την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου, στην πλημμυρισμένη σκηνή του έργου, είκοσι χρόνια μετά την πρεμιέρα του. Τα εισιτήρια για τις παραστάσεις έχουν εξαντληθεί.
Παράλληλα, το Μέγαρο φιλοξενεί την προβολή του ντοκιμαντέρ «Pina» του Βιμ Βέντερς στις 6 και 8 Νοεμβρίου, στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος». Για την προβολή απομένουν λίγες θέσεις.
Μια μακρά σχέση με την Αθήνα
Η Στάντζακ πρωτοήρθε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ως νεαρή μπαλαρίνα του Εθνικού Μπαλέτου της Ολλανδίας. Από τη σκηνή του Ηρωδείου κοιτούσε τον Παρθενώνα και, όπως λέει η ίδια σε συνέντευξή της μέσω Zoom, δεν μπορεί να ξεχάσει εκείνη την αίσθηση.
Αργότερα επισκέφθηκε επανειλημμένα την Ελλάδα με το Χοροθέατρο του Βούπερταλ. Η ομάδα δημιουργήθηκε το 1973, όταν η Πίνα Μπάους (1940-2009) ανέλαβε το Μπαλέτο της Όπερας της γερμανικής πόλης. Η πρώτη εμφάνισή της στη χώρα μας έγινε το 1987, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, με δύο έργα ρεπερτορίου: το «Καφέ Μύλλερ» και την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης». Η Στάντζακ συμμετείχε στο δεύτερο.
Την επόμενη χρονιά χόρεψε στο Ηρώδειο στο «Kontakthof», μια «ελληνική» εκδοχή του οποίου παρουσιάζεται έως τις 22 Νοεμβρίου στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Ακολούθησαν το «Nelken» το 1992, από το οποίο θυμάται το ρωμαϊκό ωδείο πλημμυρισμένο με γαρίφαλα, και το «1980: Ένα κομμάτι της Πίνα Μπάους» το 2001. Πιο πρόσφατα συμμετείχε σε παραστάσεις του Βούπερταλ που φιλοξενήθηκαν στη Στέγη και στο Μέγαρο Μουσικής.
Για την επιστροφή στον ρόλο μετά από δύο δεκαετίες, η χορεύτρια δηλώνει: «Τόσο το καλύτερο! Επιστρέφω στον ρόλο μου έχοντας επίγνωση του ποια είμαι σήμερα· και σήμερα αισθάνομαι πιο πλούσια, χάρη σε κάθε παράσταση του “Vollmond” που έχω χορέψει».
Από το Σάρλοτ στο Βούπερταλ
Η Στάντζακ γεννήθηκε στο Σάρλοτ της Βόρειας Καρολίνας. Η μητέρα της την πήγαινε σε συναυλίες κλασικής μουσικής και, όταν μετακόμισαν στη Νέα Ορλεάνη, είδε για πρώτη φορά παράσταση μπαλέτου, γύρω στα εννέα της χρόνια. Όπως λέει, άλλο είναι να θέλεις ως παιδί να γίνεις χορεύτρια και άλλο να ακολουθήσεις πραγματικά αυτόν τον δρόμο.
Για την Πίνα Μπάους άκουσε ενώ χόρευε ακόμη στο Εθνικό Μπαλέτο της Ολλανδίας. Ένας άνθρωπος που σύχναζε σε πρωτοποριακό βιβλιοπωλείο την έβαλε σε λεωφορείο μαζί με άλλους χορευτές, για να δουν μια παράσταση της Μπάους στη Γερμανία. Το 1982 η χορογράφος πήγε στο Άμστερνταμ για να δημιουργήσει το «Walzer», σε συμπαραγωγή με το Ολλανδικό Φεστιβάλ, και εκεί γνωρίστηκαν. Τρία χρόνια αργότερα η Στάντζακ πέρασε οντισιόν στη Νέα Υόρκη και το 1986 έγινε μέλος του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ, κάνοντας το ντεμπούτο της στο «Viktor». Το έργο ήταν συμπαραγωγή με το Teatro Argentina της Ρώμης, που είχε καλέσει την ομάδα να «μεταφράσει χορευτικά» την πόλη.
Η χορεύτρια θυμάται ότι η Μπάους τη ρωτούσε τι θεωρούσε σημαντικό να πει για τη Ρώμη μέσα από τον χορό και της άφηνε ελευθερία να μεταφέρει στον χώρο όσα ένιωθε. Ένα από τα «αντικείμενα» που χρησιμοποίησε ήταν λίγο σπανάκι. Σε ένα εστιατόριο είχε δει μια γυναίκα να σουρώνει το σπανάκι της, εικόνα που της φάνηκε ταυτόχρονα όμορφη και μελαγχολική.
Η νέα γενιά χορευτών
Για τις διαφορές με τους νεότερους χορευτές, η Στάντζακ σημειώνει ότι σήμερα όλα κινούνται με άλλους ρυθμούς. Οι νέοι έχουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την αμεσότητα της εικόνας και της ικανοποίησης, αλλά και τη διάσπαση της προσοχής. Η ίδια σκρολάρει συχνά και σταματά όταν διακρίνει μια διαφορετική ποιότητα κίνησης.
Κατά τη γνώμη της, οι νέοι μαθαίνουν γρηγορότερα, αλλά αναρωτιέται μέχρι ποιο βάθος θέλουν να διεισδύσουν σε μια συγκεκριμένη χορευτική στιγμή. Προσθέτει ότι ίσως αυτό να είναι το ζητούμενο της εποχής και αφήνει το ερώτημα ανοιχτό.







