Βικτώρια Σκαρλάτου: Η πρώτη έκθεση μετά από έξι δεκαετίες ζωγραφικής
Η αυτοδίδακτη ζωγράφος παρουσιάζει για πρώτη φορά το έργο της στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, από τις 22 Οκτωβρίου έως τις 22 Νοεμβρίου.

Η Βικτώρια Σκαρλάτου ζωγραφίζει εδώ και περίπου έξι δεκαετίες, χωρίς να έχει εκθέσει ποτέ τη δουλειά της. Η αναδρομική έκθεση «Ανάμεσα στον ουρανό και στη γη» θα φιλοξενηθεί στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, στο Κτίριο Α (Γερμανικού και Μυλλέρου), από τις 22 Οκτωβρίου έως τις 22 Νοεμβρίου, και αποτελεί την πρώτη δημόσια παρουσίαση του έργου της.
Η ίδια λέει ότι δεν είχε σκεφτεί ποτέ πως χρειαζόταν να δείξει τα έργα της. Η έκθεση συνοδεύεται από έκδοση που καταγράφει το σύνολο της δουλειάς της.
Γυναίκες στον καμβά
Στο επίκεντρο των έργων βρίσκονται κυρίως γυναικείες μορφές, όπως η «Εύα», η «γυναίκα-μάσκα» και η «γυναίκα-βεντάλια». Η ζωγράφος εξηγεί ότι την ενδιέφεραν πάντα οι γυναίκες του οικογενειακού και φιλικού της περιβάλλοντος, αλλά και άγνωστες. Οι άνδρες, όπως λέει, ήταν πάντα συμπληρωματικοί στη ζωγραφική της.
Τα έργα θίγουν επίσης τις ανθρώπινες σχέσεις, τις μορφές εξουσίας, τους κοινωνικούς ρόλους και την οικογένεια. Εκφράζουν και την αναζήτηση μιας πνευματικής τάξης μέσα στο χάος της ζωής. Ο Κοσμάς Νικολάου, που ανέλαβε να καταγράψει και να ταξινομήσει το έργο, σημειώνει ότι η καλλιτεχνική γλώσσα της Σκαρλάτου έχει αφετηρία όσα την περιβάλλουν, φυσικά και συμβολικά: το γυναικείο σώμα ως αρχέτυπο, τον εαυτό, τους συγγενείς, τις φίλες, τον σύντροφο. Το σώμα δουλειάς κινείται από την παραστατικότητα στον συμβολισμό και τη γεωμετρική αφαίρεση. Αντλεί στοιχεία από τη λαϊκή διακοσμητική τέχνη, την pop art και τον σουρεαλισμό.
Μια τυχαία επίσκεψη
Η πρώτη επαφή του Κοσμά Νικολάου με το έργο έγινε σχεδόν τυχαία. Τον Φεβρουάριο του 2024 βρέθηκε στην Ολλανδία για μια έκθεση και επικοινώνησε με τον φίλο του Αλέξη, γιο της ζωγράφου. Τα εστιατόρια είχαν κλείσει λόγω ώρας και ο Αλέξης τον κάλεσε στο σπίτι. Ο Νικολάου γνώριζε ότι η μητέρα του φίλου του ζωγράφιζε, αλλά, όπως λέει, «έπαθε σοκ» όταν είδε τα έργα. Άρχισε να τα φωτογραφίζει, πεπεισμένος ότι «οπωσδήποτε πρέπει να γίνει κάτι». Η επίσκεψη εκείνη ήταν η αφετηρία μιας μακράς διαδικασίας καταγραφής και τεκμηρίωσης.
Ο επιμελητής αναφέρει ότι η γνωριμία με το έργο τον οδήγησε και σε προσωπικό αναστοχασμό για το νόημα της τέχνης. Η Σκαρλάτου, όπως λέει, απάντησε «ναι» σε μια εσωτερική ανάγκη και γι’ αυτό δεν την απασχολούσε αν τα έργα είχαν δει το φως της δημοσιότητας.
Από τη Σχολή Δοξιάδη στο υπόγειο στούντιο
Η Βικτώρια Σκαρλάτου έδειχνε κλίση στη ζωγραφική από παιδί. Το 1965, μετά το γυμνάσιο, άφησε τον Βόλο και ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Σχολή Δοξιάδη. Όπως διηγείται, σκεφτόταν και τη Σχολή Καλών Τεχνών ή την Αρχιτεκτονική, αλλά η μητέρα της τη συμβούλεψε να κάνει κάτι πρακτικό. Έγινε σχεδιάστρια και εργάστηκε στο Γραφείο Δοξιάδη έως το 1972, οπότε σταμάτησε μετά τη γέννηση του παιδιού της.
Σύμφωνα με τον επιμελητή, η εκπαίδευση στον σχεδιασμό εξηγεί τον τρόπο που δημιουργεί τις εικόνες της. Δεν ζωγραφίζει σε όρθιο καβαλέτο αλλά σε σχεδιαστήριο, παράλληλο με το έδαφος. Ξεκινά από μικρά σχέδια σε ρυζόχαρτα ή μπλοκ, όπου αποτυπώνει μορφές και επιλέγει σύμβολα. Έπειτα δοκιμάζει συνθέσεις και μεγεθύνει στοιχεία, μέχρι να διαμορφωθεί η τελική εικόνα. Το στούντιό της βρίσκεται στο υπόγειο του σπιτιού της.
Για χρόνια, θυμάται, δούλευε κάθε απόγευμα από τις 6 έως τις 9: το πρωί ως «χαρωπή νοικοκυρούλα» και το απόγευμα ως «καλλιτέχνις».




