Ξεχασμένες ελληνικές ποικιλίες: «Χάθηκε το 90% σε 50-60 χρόνια», λέει καθηγητής λαχανοκομίας
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Αναστάσιος Κώτσιρας προειδοποιεί για την απώλεια παλιών ποικιλιών και ζητά να διασωθούν οι ντόπιοι σπόροι.

Την ανάγκη διάσωσης των παλιών ελληνικών ποικιλιών φρούτων και λαχανικών ανέδειξε ο Αναστάσιος Κώτσιρας, καθηγητής λαχανοκομίας στο Τμήμα Γεωπονίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, κατά τη συζήτηση «Σπόροι παλιοί, καρποί του μέλλοντός μας». Η εκδήλωση έγινε στο πλαίσιο των Food Talks γαστρονομικού φεστιβάλ. Ο καθηγητής ανέβηκε στη σκηνή με πεπόνια, μελιτζάνες, ντομάτες και φασολάκια, ορισμένα από τα οποία έχουν ονομασίες άγνωστες στους περισσότερους.
Ο ίδιος αναζητά, συλλέγει και μελετά ποικιλίες που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν και αυτοσυστήνεται ως «γεωπόνος-αρχαιολόγος». Όπως εξήγησε, ενώ υπάρχει ευαισθησία για τα άγρια ζώα υπό εξαφάνιση, η απώλεια μιας ποικιλίας λαχανικού μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Σύμφωνα με τον κ. Κώτσιρα, τα τελευταία 50-60 χρόνια οι απώλειες φτάνουν περίπου το 90%.
Εξάρτηση από τις εισαγωγές σπόρων
Απαντώντας σε ερώτηση της Χριστίνας Τζιάλλα, ο καθηγητής σημείωσε: «Χάνοντας μια ποικιλία χάνουμε ένα μέρος της παράδοσής μας. Τις διατροφικές μας συνήθειες. Τις ρίζες μας». Υποστήριξε ότι η χώρα εξαρτάται σχεδόν απόλυτα από εισαγόμενους σπόρους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι υβριδικοί. Τα υβρίδια, όπως είπε, δημιουργήθηκαν για να αυξηθεί η παραγωγικότητα και να λυθεί το επισιτιστικό πρόβλημα. Στην πορεία όμως έσπρωξαν στο περιθώριο τις ντόπιες ποικιλίες.
«Σχεδόν το 100% των σπόρων στην Ελλάδα εισάγεται», τόνισε ο κ. Κώτσιρας, προσθέτοντας ότι η διάσωση των ποικιλιών συνδέεται και με την ανεξαρτησία της χώρας. Κατά τον ίδιο, τα παλιά φυτά έχουν καλή αγρονομική αξία, είναι παραγωγικά και ανθεκτικά, και κάποια θα έπρεπε να έχουν αναγνωριστεί ως ΠΟΠ ή ΠΓΕ.
Στα πλεονεκτήματα συμπεριέλαβε το άρωμα και τη γεύση. Εξήγησε ότι η βιομηχανοποιημένη γεωργία οδηγεί σε ομοιομορφία, με προϊόντα ανθεκτικά στον χρόνο αλλά συχνά άοσμα και άγευστα. Ως παράδειγμα έφερε την ντομάτα: η υβριδική διατηρείται για έναν μήνα, ενώ η χοντροκατσαρή Μεσσηνίας μαλακώνει σε τρεις-τέσσερις μέρες. Συνέστησε στους καταναλωτές να αγοράζουν μικρότερες ποσότητες και να επιλέγουν τα λαχανικά και με βάση το άρωμά τους.
Τράπεζα σπόρων και έρευνα στα αρχεία
Ο καθηγητής είναι επικεφαλής εργαστηρίου εφαρμοσμένης λαχανοκομίας, το οποίο έχει δημιουργήσει τράπεζα περίπου 200 σπόρων. Εδώ και περίπου 25 χρόνια συγκεντρώνουν παλιές ποικιλίες από αγρότες όλης της χώρας. Τις καλλιεργούν χωριστά, ώστε να μην αναμειχθούν με άλλες, και καταγράφουν τα βοτανικά και παραγωγικά τους χαρακτηριστικά. Τον τελευταίο χρόνο, σε συνεργασία με τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ερευνούν εφημερίδες και περιοδικά ηλικίας άνω των 100 ετών για να βρουν ποιες ποικιλίες υπήρχαν τότε.
Στη σκηνή παρουσίασε, μεταξύ άλλων:
- το πηχιάρικο φασόλι, γνωστό και ως κατσικάντερο, του οποίου την περιγραφή βρήκε σε βιβλίο του 1942·
- τη μελιτζάνα Λαγκαδά και τη μελιτζάνα Ανάφης·
- το νεροκρέμμυδο Ζακύνθου, που όπως είπε μπορεί να αποδώσει έως τέσσερις τόνους το στρέμμα·
- το βατικιώτικο κρεμμύδι Λακωνίας, που διατηρείται στην αποθήκη 8-9 μήνες·
- το ντοματάκι Σαντορίνης (ΠΟΠ) και τη μακρουλή ντομάτα Κυθήρων·
- το αργίτικο πεπόνι, το πεπόνι στερλίνα και το πεπόνι Αμυνταίου Φλωρίνης.
Το νομικό κενό
Ο κ. Κώτσιρας ανέφερε φορείς που διατηρούν και διαδίδουν παλιούς σπόρους, όπως το Πελίτι, ο Αιγίλοπας και η Σιτώ, καθώς και κρατικούς φορείς όπως ο ΕΛΓΟ-Δήμητρα. Σημείωσε ότι υπάρχουν σπόροι και στα Γεωπονικά Πανεπιστήμια.
Επισήμανε όμως ένα κενό που, όπως είπε, πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα: ένας παραγωγός που θέλει να καλλιεργήσει παραδοσιακή ποικιλία δεν μπορεί να το κάνει νόμιμα, επειδή δεν υπάρχει ιχνηλασιμότητα. Θα πρέπει να αποδείξει με τιμολόγια ότι αγόρασε τον σπόρο, ενώ για να πωληθεί μια ποικιλία πρέπει ο σπόρος να έχει καταχωριστεί στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών.




