Καρκίνος του πνεύμονα και σε μη καπνιστές: τι δείχνει η περίπτωση του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄
Η διάγνωση αδενοκαρκινώματος στον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, χωρίς γνωστό ιστορικό καπνίσματος, αναδεικνύει ότι η νόσος μπορεί να εμφανιστεί και σε ανθρώπους που δεν κάπνισαν ποτέ.

Η διάγνωση αδενοκαρκινώματος του πνεύμονα στον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, για τον οποίο δεν αναφέρεται γνωστό ιστορικό καπνίσματος, επαναφέρει στο προσκήνιο το γεγονός ότι ο καρκίνος του πνεύμονα μπορεί να εμφανιστεί και σε ανθρώπους που δεν έχουν καπνίσει ποτέ. Το ζήτημα σχολίασαν δύο ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα».
Σύμφωνα με τα επίσημα ανακοινωθέντα, στις 13 Οκτωβρίου 2026 αφαιρέθηκε ο κάτω λοβός του δεξιού πνεύμονα του Πάπα και διαγνώστηκε αδενοκαρκίνωμα. Ο όγκος περιγράφηκε ως μικρός και εντοπισμένος και ανακαλύφθηκε σε εξετάσεις ρουτίνας. Αναμένεται η τελική ιστολογική εξέταση, ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν προσβληθεί οι λεμφαδένες.
Οι εκτιμήσεις των ειδικών
Η παθολόγος – ογκολόγος δρ. Μαρία Καπαρέλου και ο Θάνος Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής και τέως πρύτανης του ΕΚΠΑ, επισημαίνουν ότι αν οι λεμφαδένες δεν έχουν προσβληθεί και ο όγκος είναι σχετικά μικρός, δεν θα χρειαστεί συμπληρωματική θεραπεία. Όπως αναφέρουν, η πιθανότητα ίασης στην περίπτωση αυτή είναι μεγάλη και φτάνει το 80% και πάνω.
Οι δύο γιατροί υπενθυμίζουν ότι ο καρκίνος του πνεύμονα παραμένει η κύρια αιτία θανάτου από κακοήθεια παγκοσμίως. Βάσει στοιχείων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το 2022 καταγράφηκαν περίπου 2,5 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις και 1,8 εκατομμύρια θάνατοι, δηλαδή το 12,4% των νέων διαγνώσεων καρκίνου και το 18,7% των θανάτων από κακοήθειες. Το αδενοκαρκίνωμα είναι ο συχνότερος ιστολογικός υπότυπος, με ποσοστό περίπου 40-50%, και εμφανίζεται τόσο σε καπνιστές όσο και σε μη καπνιστές.
Μη καπνιστές: παράγοντες κινδύνου και μοριακά χαρακτηριστικά
Υπολογίζεται ότι περίπου το 10-20% των καρκίνων του πνεύμονα στις Ηνωμένες Πολιτείες διαγιγνώσκεται σε άτομα που δεν έχουν καπνίσει ποτέ, ενώ σε ορισμένους ασιατικούς πληθυσμούς το ποσοστό είναι σημαντικά υψηλότερο. Στην ομάδα αυτή το αδενοκαρκίνωμα είναι ο επικρατέστερος τύπος. Η εμφάνισή του αποδίδεται σε σύνθετη αλληλεπίδραση περιβαλλοντικών και βιολογικών παραγόντων, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, η παθητική έκθεση στον καπνό, η επαγγελματική έκθεση και η γενετική προδιάθεση.
Οι όγκοι των μη καπνιστών έχουν διαφορετική μοριακή υπογραφή. Παρατηρείται υψηλότερη συχνότητα ογκογόνων μεταβολών, όπως οι μεταλλάξεις του EGFR και οι αναδιατάξεις των ALK και ROS1, ενώ οι καρκίνοι που σχετίζονται με το κάπνισμα έχουν συνήθως υψηλότερο συνολικό φορτίο μεταλλάξεων. Η διάκριση έχει κλινική σημασία, αφού η αναγνώριση θεραπευτικά αξιοποιήσιμων μεταβολών επιτρέπει στοχευμένες θεραπείες, οι οποίες έχουν αλλάξει σημαντικά την πρόγνωση συγκεκριμένων υποομάδων ασθενών.
Στο ζήτημα της κληρονομικότητας, οι ειδικοί σημειώνουν ότι η αναφορά οικογενειακού ιστορικού κακοήθειας, όπως πολλαπλού μυελώματος σε συγγενή πρώτου βαθμού, θέτει το ερώτημα πιθανής προδιάθεσης. Η εμφάνιση διαφορετικών κακοηθειών στην ίδια οικογένεια δεν δείχνει όμως απαραίτητα κοινή γενετική αιτία. Έχουν μεν αναγνωριστεί σπάνιες κληρονομικές μεταβολές που αυξάνουν την προδιάθεση για καρκίνο του πνεύμονα, αλλά η πλειονότητα των περιπτώσεων δεν αποδίδεται σε γνωστό κληρονομικό σύνδρομο.
Το ζήτημα του προσυμπτωματικού ελέγχου
Σύμφωνα με τους δύο ιατρούς, η αξονική τομογραφία θώρακος χαμηλής δόσης είναι σήμερα η μοναδική μέθοδος προσυμπτωματικού ελέγχου που έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη θνησιμότητα, σε κατάλληλα επιλεγμένους πληθυσμούς υψηλού κινδύνου, κυρίως με βάση την ηλικία και το σημαντικό ιστορικό καπνίσματος. Για τους μη καπνιστές δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή δεδομένα που να τεκμηριώνουν το όφελος αντίστοιχων προγραμμάτων. Η αναγνώριση όσων διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αποτελεί, κατά τους ειδικούς, σημαντικό πεδίο έρευνας για πιο εξατομικευμένες στρατηγικές έγκαιρης διάγνωσης.
Καταλήγοντας, οι δύο επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η περίπτωση του Πάπα αναδεικνύει την ανάγκη καλύτερης κατανόησης των μηχανισμών καρκινογένεσης σε άτομα χωρίς ιστορικό καπνίσματος και ανάπτυξης αξιόπιστων μεθόδων αναγνώρισης όσων κινδυνεύουν περισσότερο. Όπως σημειώνουν, η έγκαιρη διάγνωση στους μη καπνιστές «παραμένει ένα σημαντικό, ακόμη αναπάντητο, επιστημονικό ζητούμενο».




