Υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα: Τι δείχνουν τα μόρια του αίματος για καρδιά και διαβήτη
Νέα βρετανική μελέτη σε πάνω από 6.000 ενήλικες συνδέει μοριακά μοτίβα στο αίμα με την κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Συγκεκριμένα μοριακά μοτίβα στο αίμα φαίνεται να εξηγούν στατιστικά έως και το 51% της σχέσης ανάμεσα στην κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και στον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Αυτό προκύπτει από νέα μελέτη του University College London (UCL) και του Imperial College London, η οποία δημοσιεύθηκε στις 21 Ιουλίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό BMC Medicine.
Η εργασία φέρει τον τίτλο «Circulating metabolomic signatures of ultra-processed and minimally processed food intake and risk of cardiovascular disease and type 2 diabetes» και επιχειρεί να περιγράψει έναν πιθανό βιολογικό μηχανισμό που συνδέει τη διατροφή με τις καρδιοπάθειες και τον διαβήτη τύπου 2.
Πώς διεξήχθη η έρευνα
Οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα από τη βρετανική μελέτη Whitehall II, μια μακροχρόνια έρευνα που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 με συμμετέχοντες δημοσίους υπαλλήλους. Περισσότεροι από 6.000 ενήλικες είχαν κάνει αιματολογικές εξετάσεις και είχαν δώσει στοιχεία για τις διατροφικές τους συνήθειες, ενώ η υγεία τους παρακολουθήθηκε για διάστημα έως και 20 ετών.
Η ανάλυση επικεντρώθηκε στους μεταβολίτες, μικρά μόρια που κυκλοφορούν στο αίμα και αντανακλούν βιολογικές διεργασίες, μεταξύ των οποίων και τον μεταβολισμό των τροφίμων. Με φασματοσκοπία πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού (NMR) μετρήθηκαν 233 μεταβολίτες και, με μεθόδους μηχανικής μάθησης, προσδιορίστηκαν δύο διαφορετικές «μεταβολικές υπογραφές». Οι 34 μεταβολίτες συνδέθηκαν περισσότερο με την υπερεπεξεργασμένη διατροφή και οι 50 με τα ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα, ενώ οκτώ ήταν κοινοί.
Το προφίλ που σχετιζόταν με υψηλότερη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων χαρακτηριζόταν από χαμηλότερα επίπεδα ωμέγα-3 λιπαρών οξέων, χαμηλότερη HDL, την αποκαλούμενη «καλή» χοληστερόλη, και υψηλότερα τριγλυκερίδια που μεταφέρονται από λιποπρωτεΐνες πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Η διατροφή με περισσότερα ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα συνδεόταν με ευνοϊκότερο προφίλ λιπιδίων.
Τα ποσοστά κινδύνου
Όσοι βρίσκονταν στο υψηλότερο τρίτο κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων είχαν 17% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου σε σύγκριση με το τρίτο που κατανάλωνε τα λιγότερα. Αντίθετα, οι συμμετέχοντες με την υψηλότερη κατανάλωση ελάχιστα επεξεργασμένων τροφίμων είχαν 19% χαμηλότερο σχετικό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και 40% χαμηλότερο σχετικό κίνδυνο διαβήτη τύπου 2.
Το μοριακό προφίλ των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων αντιστοιχούσε στατιστικά στο 51% της συσχέτισης με τις καρδιαγγειακές παθήσεις και στο 43% της συσχέτισης με τον διαβήτη τύπου 2. Τα ποσοστά αυτά δεν σημαίνουν ότι τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα ευθύνονται για αντίστοιχο ποσοστό των περιστατικών· περιγράφουν το τμήμα της στατιστικής συσχέτισης που εξηγείται από το συγκεκριμένο μεταβολικό προφίλ.
Οι μεταβολικές υπογραφές προέκυψαν από εξειδικευμένη ανάλυση πολλών μορίων και αποτελούν ερευνητικό εργαλείο. Δεν πρόκειται για καθιερωμένη διαγνωστική εξέταση και μια συνηθισμένη εξέταση αίματος δεν μπορεί να δείξει με ακρίβεια πόσα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα καταναλώνει κάποιος.
Το ερώτημα της επεξεργασίας
Οι διατροφικές συστάσεις εστιάζουν μέχρι σήμερα κυρίως στη ζάχαρη, το αλάτι, τα κορεσμένα λιπαρά και τις θερμίδες. Η νέα μελέτη θέτει το ερώτημα αν και ο ίδιος ο βαθμός επεξεργασίας ενός τροφίμου επηρεάζει την υγεία, πέρα από τα θρεπτικά του συστατικά. Η κατάταξη των τροφίμων βασίζεται συχνά στο σύστημα NOVA, που τα διακρίνει σε τέσσερις κατηγορίες. Η επεξεργασία από μόνη της δεν αποτελεί επαρκή ένδειξη διατροφικής αξίας: τα κατεψυγμένα λαχανικά και τα απλά παστεριωμένα γαλακτοκομικά μπορούν να ενταχθούν σε υγιεινή διατροφή.
Η επικεφαλής συγγραφέας, Δρ Eunice Wang, η οποία ολοκλήρωσε την εργασία ως διδακτορική φοιτήτρια στο Τμήμα Επιδημιολογίας και Δημόσιας Υγείας του UCL, δήλωσε ότι είναι γνωστή η σύνδεση των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων με τις ασθενείς, αλλά υπάρχει αβεβαιότητα για το τι την οδηγεί.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει ότι συσσωρεύονται στοιχεία που συνδέουν την υψηλή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων με δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία και έχει ξεκινήσει τη διαδικασία ανάπτυξης σχετικών διατροφικών οδηγιών.







