«Clayface»: Πώς χτίστηκε η σκοτεινή Γκόθαμ και γιατί λείπει ο Μπάτμαν
Ο σκηνοθέτης Τζέιμς Γουότκινς εξηγεί πώς δημιουργήθηκε η Γκόθαμ του «Clayface», πώς σχεδιάστηκε το τέρας και γιατί ο Μπάτμαν δεν εμφανίζεται στην ταινία.

Η Γκόθαμ Σίτι επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με το «Clayface», την ταινία της DC που επικεντρώνεται σε έναν από τους πιο τρομακτικούς αντιπάλους του Μπάτμαν. Ο σκηνοθέτης Τζέιμς Γουότκινς περιέγραψε σε συνέντευξή του πώς δημιουργήθηκε το σκηνικό της πόλης, πώς σχεδιάστηκε το τέρας και γιατί ο διάσημος υπερήρωας απουσιάζει από την ιστορία. Το κείμενο περιέχει αποκαλύψεις για την πλοκή.
Η ταινία δεν ακολουθεί τη συνηθισμένη συνταγή των υπερηρωικών παραγωγών. Αντί για μάχες μεταξύ ηρώων και κακών, αφηγείται μια ιστορία σωματικής παραμόρφωσης, εκδίκησης και σταδιακής απώλειας της ανθρώπινης ταυτότητας.
Ο ήρωας που γίνεται τέρας
Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Ματ Χέιγκεν, ένας επιτυχημένος ηθοποιός. Η καριέρα και η ζωή του καταρρέουν όταν ένας γκάνγκστερ παραμορφώνει το πρόσωπό του. Μια πειραματική θεραπεία του δίνει την ελπίδα να αποκαταστήσει την εμφάνισή του, όμως το τίμημα είναι βαρύ: το σώμα του αρχίζει να μεταλλάσσεται και του επιτρέπει να παίρνει τη μορφή άλλων ανθρώπων. Τον ρόλο υποδύεται ο Τομ Ρις Χάρις, ενώ η Ναόμι Άκι ερμηνεύει τη γιατρό Κέιτλιν Κορ.
Το «Clayface» παρουσιάζει για πρώτη φορά την Γκόθαμ στο ανανεωμένο κινηματογραφικό σύμπαν της DC. Η προηγούμενη ταινία, το «Superman» του Τζέιμς Γκαν, διαδραματιζόταν στη Μητρόπολη. Ο Γουότκινς θέλησε η πόλη να λειτουργεί σαν χαρακτήρας. Όπως είπε: «Θέλαμε η ίδια η πόλη να λειτουργεί σαν ένας ακόμη χαρακτήρας της ταινίας».
Μαζί με τον σκηνογράφο Τζέιμς Πράις στράφηκε στον γερμανικό εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο της δεκαετίας του 1930, με τα επιβλητικά κτίρια, τις ασυνήθιστες γωνίες και τις έντονες σκιές. Μελέτησαν επίσης φωτογραφίες της Νέας Υόρκης των δεκαετιών του 1970, του 1980 και του 1990, πριν από τον εξωραϊσμό της. Ο σκηνοθέτης μίλησε για «πολλά νέον, πολλές πραγματικές πηγές φωτός, βρωμιά και μια ιδιόμορφη εκκεντρικότητα στους δρόμους». Το αποτέλεσμα είναι μια ασφυκτική Γκόθαμ, όπου τα κτίρια κυριαρχούν και ο ουρανός μόλις διακρίνεται, στον αντίποδα της φωτεινής Κόουστ Σίτι.
Δεκαεννέα εκδοχές και πρακτικά εφέ
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ήταν η εμφάνιση του ίδιου του Clayface. Ο χαρακτήρας έχει πάρει διαφορετικές μορφές στις ιστορίες της DC, κάτι που έδωσε υλικό στους δημιουργούς αλλά και ένα δύσκολο ερώτημα: πώς μεταφέρεται ένα τέρας από τα κόμικς στον πραγματικό κόσμο. Σύμφωνα με τον Γουότκινς, η ομάδα σχεδίασε περίπου 19 εκδοχές πριν καταλήξει στην τελική.
Στόχος δεν ήταν απλώς ένα αποκρουστικό πλάσμα. «Το σημαντικότερο για μένα ήταν να καταφέρουμε να αποτυπώσουμε το συναίσθημα, τον άνθρωπο που εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στο τέρας», ανέφερε. Έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στο αριστερό μάτι του χαρακτήρα, μέσα από το οποίο προσπάθησε να αποδοθούν ο πόνος και η συντριβή του. Η παραγωγή δημιούργησε επίσης περίπου 65 στάδια παραμόρφωσης, με προσθετικό μακιγιάζ, επιδέσμους και μηχανισμούς που άλλαζαν τη μορφή του προσώπου.
Πολλές από τις πιο ακραίες σκηνές γυρίστηκαν με πρακτικά εφέ. Στη σκηνή όπου ο Ματ σκοτώνει τον φίλο του Κόρεϊ τραβώντας τον μέσα στο σώμα του, ο πρωταγωνιστής φορούσε ειδικό μηχανισμό με κοιλότητα στο στήθος. Στη σκηνή στο αεροπλάνο, όπου προσπαθεί να κόψει με ψαλίδι τον πηλό ανάμεσα στα μάτια του, χρησιμοποιήθηκαν πέντε ψαλίδια, ειδικό μακιγιάζ και κινούμενο σκηνικό που προσομοίωνε τις αναταράξεις. «Αν μπορώ να πετύχω κάτι με πρακτικά μέσα, θα προσπαθήσω να το κάνω έτσι», τόνισε ο Γουότκινς.
Μια έκπληξη της ταινίας είναι η σύντομη εμφάνιση του Άαρον Πολ, γνωστού από το «Breaking Bad», ως πατέρα του Ματ, όταν ο ήρωας παίρνει τη μορφή του. Ο σκηνοθέτης είπε ότι η επιλογή προέκυψε σχεδόν αυθόρμητα, καθώς ο ηθοποιός βρισκόταν τότε στο Παρίσι, και ότι εκείνος δέχθηκε με ενθουσιασμό παρά τον ελάχιστο ρόλο.
Γιατί λείπει ο Μπάτμαν
Παρότι η ιστορία εκτυλίσσεται στην πόλη του Μπάτμαν, ο υπερήρωας δεν εμφανίζεται. Ο Γουότκινς ξεκαθάρισε ότι η DC δεν άσκησε πίεση να προστεθούν αναφορές ή να συνδεθεί υποχρεωτικά η ταινία με άλλες παραγωγές. «Εκείνο που με είχε προσελκύσει πραγματικά ήταν το γεγονός ότι επρόκειτο για μια αυτοτελή ιστορία», σημείωσε.
Για το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής αναμέτρησης του Clayface με τον Μπάτμαν του Ρόμπερτ Πάτινσον, ο σκηνοθέτης παρέπεμψε στον Τζέιμς Γκαν. Επέμεινε ότι δεν αντιμετώπισε την ταινία ως προετοιμασία για επόμενη σύγκρουση. Η ιστορία έπρεπε να είναι ολοκληρωμένη από μόνη της, ακόμη κι αν ο πρωταγωνιστής καταλήγει να ζει απομονωμένος στους υπονόμους της Γκόθαμ, έχοντας χάσει οριστικά την ανθρώπινη μορφή του.




