«Διαιρεμένο παρελθόν»: έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για τις αρχαιότητες της κατάσχεσης του 1944
Πάνω από 1.000 αρχαιολογικά τεμάχια που κατασχέθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο το 1944 παρουσιάζονται σε έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν. Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς» εγκαινιάστηκε τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (ΕΑΜ), ανήμερα της 82ης επετείου από την απελευθέρωση της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Παρουσιάζει περισσότερα από 1.000 αρχαιολογικά ευρήματα και αρχεία που σχετίζονται με την κατάσχεση της περιουσίας του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (DAI) το 1944. Η διπλή έκθεση φιλοξενείται στο ΕΑΜ και στο ίδιο το Ινστιτούτο.
Το ερευνητικό πρόγραμμα πίσω από την έκθεση
Η έκθεση είναι το τελικό αποτέλεσμα του κοινού ερευνητικού προγράμματος «Διχασμένο παρελθόν – η κατάσχεση του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο». Το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2024, είχε διάρκεια δύο ετών και στόχο να διερευνηθεί συστηματικά η προέλευση των αρχαιοτήτων που κατασχέθηκαν από το DAI μετά την Κατοχή.
Πρόκειται για πάνω από 1.000 τεμάχια, εκ των οποίων περισσότερα από 900 είναι θραύσματα αγγείων. Όλα παρέμεναν στις αποθήκες του μουσείου. Με χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα Διατήρησης της Πολιτιστικής Κληρονομιάς του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, οι ερευνητές κατέγραψαν, φωτογράφησαν και ψηφιοποίησαν το υλικό. Προσπάθησαν να ανασυνθέσουν τη διαδρομή κάθε αντικειμένου μέσα από αρχεία, καταλόγους και φωτογραφικές μαρτυρίες.
Η έκθεση παρουσιάζει τα αποτελέσματα της έρευνας και επισημαίνει τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά. Μεταξύ αυτών είναι πώς βρέθηκαν πριν από τον πόλεμο αρχαιότητες στη συλλογή του Ινστιτούτου ή στην ιδιωτική κατοικία του τελευταίου προπολεμικού διευθυντή του, Βάλτερ Βρέντε, ο οποίος ήταν και επικεφαλής της οργάνωσης του ναζιστικού κόμματος στην Ελλάδα.
Μια λήκυθος και δύο φωτογραφίες
Ένα από τα εκθέματα είναι μια αττική λευκή λήκυθος, αγγείο που συνδέεται με τα ταφικά έθιμα της αρχαιότητας. Η ταύτισή της έγινε χάρη σε δύο φωτογραφίες του 1927 και του 1929 από το φωτογραφικό αρχείο του DAI. Το αγγείο ανήκε σε μια ομάδα αντικειμένων που φωτογραφήθηκαν τη δεκαετία του 1920 σε μουσεία, ιδιωτικές συλλογές και αρχαιοπωλεία, πιθανότατα με πρωτοβουλία του τότε διευθυντή του Ινστιτούτου, Ερνστ Μπούσορ. Ο Μπούσορ είχε πουλήσει αργότερα στη Συλλογή Αρχαιοτήτων του Μονάχου μια άλλη λήκυθο της ίδιας ομάδας. Για τον λόγο αυτό θεωρείται πιθανό ότι και η συγκεκριμένη λήκυθος είχε περιέλθει στην κατοχή του.
Σύμφωνα με το επεξηγηματικό κείμενο της έκθεσης για το αρχαιολογικό υλικό της κατάσχεσης, η προέλευση πολλών αντικειμένων προσδιορίστηκε με μεγαλύτερη ακρίβεια κατά το πρόγραμμα. Πολλά προέρχονταν από ιδιωτικές συλλογές Γερμανών αρχαιολόγων, από κληροδοτήματα και από αναγνωριστικές έρευνες του 1921–1944 σε θέσεις της Αττικής, της Αργολίδας, της Βοιωτίας και της Κορινθίας. Το ίδιο κείμενο αναφέρει ότι υπάρχουν ενδείξεις πως διευθυντές και προσωπικό του Ινστιτούτου δραστηριοποιούνταν στην ελληνική αγορά αρχαιοτήτων, ενίοτε για λογαριασμό ναζί αξιωματούχων. Σημειώνει όμως ότι δεν είναι μέχρι στιγμής γνωστό αν και ποιες συγκεκριμένες αγορές έγιναν.
Από τη συνεργασία στη ρήξη
Η έκθεση παρακολουθεί και τις σχέσεις του ΕΑΜ με το DAI, που είχαν αναπτύξει στενούς επιστημονικούς δεσμούς ήδη από τον 19ο αιώνα. Αρχαιολόγοι, συντηρητές, νομισματολόγοι και ανθρωπολόγοι μελετούσαν από κοινού ευρήματα από τις γερμανικές ανασκαφές στην Ελλάδα. Πολλοί Έλληνες αρχαιολόγοι είχαν σπουδάσει σε γερμανικά πανεπιστήμια. Ακόμη και κατά την απόκρυψη των αρχαιοτήτων λίγο πριν από τον πόλεμο και κατά την έναρξή του, Γερμανοί και Αυστριακοί αρχαιολόγοι βοήθησαν τους Έλληνες συναδέλφους τους να προστατεύσουν τις συλλογές.
«Επί δεκαετίες, Έλληνες και Γερμανοί αρχαιολόγοι μοιράζονταν τα ίδια τραπέζια μελέτης σ’ αυτό το μουσείο», είπε στην ομιλία του στα εγκαίνια ο γενικός διευθυντής του ΕΑΜ, Κωνσταντίνος Νικολέντζος. Πρόσθεσε ότι, όταν οι άλλοτε φίλοι και συνάδελφοι εισήλθαν στη χώρα ως κατακτητές, «όλα άλλαξαν». Ο ίδιος περιέγραψε την αντίθεση που διατρέχει την έκθεση ως δίπολο: «Ειρήνη, συνεργασία, πόλεμος, διάλυση, πόνος».
Η Κατοχή δοκίμασε τους επιστημονικούς δεσμούς. Ο τότε διευθυντής του ΕΑΜ, Χρήστος Καρούζος, και η σύζυγός του, αρχαιολόγος Σέμνη Καρούζου, παραιτήθηκαν από μέλη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την Αθήνα, τον Οκτώβριο του 1944, το Ινστιτούτο πέρασε υπό ελληνική διαχείριση.




