Δημήτρης Τζιβελέκης: «Το σύμπαν που έγερνε λίγο» και οι αναγνώσεις του δημοσιογράφου
Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Τζιβελέκης μιλά για τη νέα συλλογή διηγημάτων του από τις εκδόσεις Νίκας, για τα αγαπημένα του βιβλία και για το τι θέλει να μείνει στον αναγνώστη.

Με τη συλλογή διηγημάτων «Το σύμπαν που έγερνε λίγο» επιστρέφει στη λογοτεχνία ο δημοσιογράφος Δημήτρης Τζιβελέκης. Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νίκας, με τις οποίες έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν. Σε συνέντευξή του μίλησε για τις αναγνωστικές του συνήθειες και για τους ήρωες των ιστοριών του.
Ο Δημήτρης Τζιβελέκης γεννήθηκε στο χωριό Θαυμακός Φθιώτιδας και μεγάλωσε στην Αθήνα. Έχει πολυετή πορεία στον έντυπο Τύπο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Από το 2019 είναι αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής και Διευθυντής Ενημέρωσης στον δημοτικό σταθμό «Αθήνα 98,4». Έχει εκδώσει επίσης τα βιβλία «Μαζί τα φάγαμε, μόνος μου τα πληρώνω» και «Ανάσα Ηρώων».
Τα βιβλία δίπλα στο κρεβάτι
Αυτή την περίοδο διαβάζει τις «Ιστορίες του Γιάννου Επαχτίτη και άλλα διηγήματα» του Γιάννη Βλαχογιάννη (Νεφέλη), «Ο στρατηγός μας στο λαβύρινθό του» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (Νέα Σύνορα-Α.Δ. Λιβάνη) και «Ο λιμός» του Πάνου Αμυρά (Διόπτρα).
Το βιβλίο του Μάρκες το διάβασε για τρίτη φορά έπειτα από πολύ καιρό. Όπως είπε, κράτησε ότι η εξουσία είναι προσωρινή, ενώ η ανθρώπινη μοναξιά μπορεί να είναι διαρκής. Πρόσθεσε ότι το παρελθόν μπορεί να γίνει φυλακή, αν δεν το οριοθετήσει κανείς ως παρελθόν.
Για τα παιδικά του χρόνια θυμήθηκε ότι οι γονείς του τον ενθάρρυναν να διαβάζει, παρότι «τσινούσαν» λίγο στα εξωσχολικά. Όταν ζήτησε από τον πατέρα του χρήματα για ένα τέτοιο βιβλίο στο γυμνάσιο, εκείνος τον ρώτησε ποιο ήταν και για τι μιλούσε και στη συνέχεια του έδωσε τα χρήματα με χαρά. Η οικογένεια ήταν φτωχή και το ποσό είχε περικοπεί από κάτι άλλο, όπως ο ίδιος τόνισε.
Την ιδανική αναγνωστική συνθήκη την περιέγραψε ως εξής: περασμένα μεσάνυχτα, στο γραφείο του, με τον αέρα να φυσά έξω. Αν το βιβλίο τον ξεχωρίσει, όπως είπε, η ώρα μπορεί να φτάσει τις έξι το πρωί. Με τα χρόνια, σημείωσε, ένα βιβλίο πρέπει πρώτα να τον πείσει για να το ανοίξει, ενώ παλαιότερα διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του.
Στο ερώτημα ποιο βιβλίο θα ήθελε να γίνει ταινία, απάντησε αρνητικά. Όσα διάβασε και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο, όπως είπε, τον απογοήτευσαν, και προτιμά να κρατά τη δική του «ταινία» που έφτιαξε στο μυαλό του την ώρα της ανάγνωσης.
Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας
Για τους ήρωες της νέας συλλογής ο συγγραφέας είπε ότι είναι καθημερινοί άνθρωποι, «της διπλανής πόρτας», αδελφά κύτταρα της ίδιας κοινωνίας στην οποία ανήκει και ο ίδιος. Τη μεγαλύτερη πρόκληση της λογοτεχνίας σε σχέση με το ρεπορτάζ την εντοπίζει στη δημιουργία «από το μηδέν», με αφετηρία μια εικόνα, μια ιστορία που άκουσε ή κάτι που έζησε.
Δεν ξεχώρισε κάποιο διήγημα ως το πιο δύσκολο ή το πιο προσωπικό. Όπως δεν ξεχωρίζει τα πέντε δάχτυλα του χεριού του ή τα δύο παιδιά του, είπε, έτσι δεν ξεχωρίζει και τα διηγήματά του: «Το καθένα έχει το δικό του φως. Η κάθε γέννα έχει τον δικό της πόνο».
Το μήνυμα που θέλει να κρατήσει ο αναγνώστης είναι η προσπάθεια να δοθεί ελπίδα, μέσα από τις ιστορίες, σε μια κοινωνία όπου, κατά τον ίδιο, δεν υπάρχει ο οφειλόμενος σεβασμός προς τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα μας.







