Μονοκλωνική πρωτεΐνη στο αίμα: Πότε χρειάζεται έλεγχος και τι σημαίνει το εύρημα
Η ανίχνευση μονοκλωνικής πρωτεΐνης δεν ισοδυναμεί με καρκίνο, εξηγεί ο καθηγητής Θάνος Δημόπουλος. Χρειάζεται όμως αξιολόγηση από αιματολόγο και σχέδιο παρακολούθησης.

Η ανίχνευση μονοκλωνικής πρωτεΐνης στο αίμα δεν σημαίνει αυτομάτως καρκίνο ούτε ανάγκη άμεσης θεραπείας, επισημαίνει ο Θάνος Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής, Ογκολογίας και Αιματολογίας του ΕΚΠΑ, διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» και τέως πρύτανης του πανεπιστημίου. Σε δηλώσεις του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο καθηγητής εξήγησε τι σημαίνει το εύρημα και πότε απαιτείται παρακολούθηση.
Τι είναι η μονοκλωνική πρωτεΐνη
Πρόκειται για μια παθολογική ανοσοσφαιρίνη (αντίσωμα) ή τμήμα της, που παράγεται από μια ομάδα όμοιων κυττάρων του ανοσοποιητικού, συνήθως πλασματοκυττάρων. Αναγνωρίζεται με ειδικές εξετάσεις, όπως η ηλεκτροφόρηση και η ανοσοκαθήλωση.
Όπως τονίζει ο κ. Δημόπουλος, το αποτέλεσμα είναι εργαστηριακό εύρημα και όχι από μόνο του διάγνωση. Πρέπει να διευκρινιστούν η ποσότητα και ο τύπος της πρωτεΐνης και αν συνδέεται με κάποιο πρόβλημα υγείας. Την ενδεδειγμένη διερεύνηση θα καθορίσει γιατρός με εμπειρία στο θέμα.
Η πρωτεΐνη εμφανίζεται σε διαταραχές που λέγονται μονοκλωνικές γαμμαπάθειες και κυμαίνονται από καλοήθεις έως απειλητικές για τη ζωή. Συχνή εξήγηση είναι η μονοκλωνική γαμμαπάθεια αδιευκρίνιστης σημασίας (MGUS).
Πόσο συχνή είναι η MGUS
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η συχνότητα αυξάνεται με την ηλικία και είναι μεγαλύτερη στους άνδρες. Η MGUS εκτιμάται στο 3-5% των ανθρώπων άνω των 50 ετών. Στην κλασική πληθυσμιακή μελέτη που ανέφερε, το ποσοστό ήταν 3,2% στους 50 ετών και άνω και 5,3% στους 70 και άνω. Συχνά ανακαλύπτεται τυχαία, χωρίς συμπτώματα, και δεν θεωρείται σπάνιο ή εξ ορισμού ανησυχητικό εύρημα.
Στη συνηθέστερη μορφή, η μονοκλωνική πρωτεΐνη είναι κάτω από 3 γραμμάρια ανά δεκατόλιτρο και τα παθολογικά πλασματοκύτταρα στον μυελό των οστών λιγότερα από 10%. Κυρίως, δεν υπάρχουν βλάβες οργάνων, όπως αναιμία, νεφρική δυσλειτουργία, αυξημένο ασβέστιο ή οστικές βλάβες, γεγονός που τη διακρίνει από το πολλαπλούν μυέλωμα.
Ο αιματολόγος ελέγχει επίσης αν πρόκειται για ασυμπτωματικό ή ενεργό μυέλωμα ή άλλη σχετική πάθηση, καθώς ακόμη και μικρή ποσότητα πρωτεΐνης μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να βλάψει όργανα. Βιοψία μυελού και απεικονιστικές εξετάσεις δεν χρειάζονται σε όλους και μπορούν να αποφευχθούν σε επιλεγμένους ασθενείς χαμηλού κινδύνου.
Κίνδυνος εξέλιξης και παρακολούθηση
Η MGUS μπορεί να εξελιχθεί, αλλά στους περισσότερους δεν γίνεται σοβαρή νόσος. Ο μέσος κίνδυνος μετατροπής σε μυέλωμα ή άλλη αιματολογική νόσο υπολογίζεται σε περίπου 0,5-1% τον χρόνο. Εξαρτάται κυρίως από τον τύπο και την ποσότητα της πρωτεΐνης και από την αναλογία των ελεύθερων ελαφρών αλυσίδων, δηλαδή μικρότερων τμημάτων αντισωμάτων στο αίμα. Συνήθως δεν απαιτείται θεραπεία, αλλά παρακολούθηση ανάλογη με τον κίνδυνο.
Ο πρώτος επανέλεγχος γίνεται περίπου έξι μήνες μετά τη διάγνωση και περιλαμβάνει γενική αίματος, κρεατινίνη, ασβέστιο, ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών και ελεύθερες ελαφρές αλυσίδες, ενώ αν χρειάζεται προστίθενται εξετάσεις ούρων. Στη σταθερή MGUS χαμηλού κινδύνου ο έλεγχος μπορεί να αραιώσει σε κάθε δύο έως τρία χρόνια. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις γίνεται συνήθως ετησίως ή συχνότερα αν υπάρχουν ανησυχητικές μεταβολές. Το πρόγραμμα εξατομικεύεται.
Επικοινωνία με τον γιατρό χωρίς αναμονή για τον προγραμματισμένο επανέλεγχο χρειάζονται, κατά τον καθηγητή, επίμονος και ανεξήγητος πόνος στα οστά ή στη μέση, κάταγμα χωρίς σημαντικό τραυματισμό, έντονη κόπωση, ανεξήγητη απώλεια βάρους, μουδιάσματα ή πρήξιμο στα πόδια. Τα συμπτώματα αυτά δεν σημαίνουν απαραίτητα εξέλιξη της MGUS.
Αν και υπάρχει οικογενειακή προδιάθεση, δεν συνιστάται γενικευμένος έλεγχος των ασυμπτωματικών συγγενών. Όταν όμως υπάρχουν δύο ή περισσότεροι συγγενείς πρώτου βαθμού με σχετικές παθήσεις, μπορεί να συζητηθεί εξατομικευμένος έλεγχος.
Όταν η εξέταση αναφέρει «monoclonal gammopathy» ή «monoclonal component», ο ασθενής πρέπει να επικοινωνήσει με τον γιατρό που ζήτησε την εξέταση και να οργανώσει αξιολόγηση από αιματολόγο, έχοντας μαζί του πρόσφατες και παλαιότερες εξετάσεις. «Η μονοκλωνική πρωτεΐνη δεν ισοδυναμεί με καρκίνο, αλλά χρειάζεται εξήγηση και συγκεκριμένο σχέδιο ελέγχου», κατέληξε ο κ. Δημόπουλος.







