«Τσακουάλα» στο Θησείον: Ο Γιώργος Βουρδαμής για ανθρώπους που χάνουν τη δυνατότητα να ονειρεύονται
Ο Γιώργος Βουρδαμής σκηνοθετεί στο Θέατρο Θησείον την «Τσακουάλα», βασισμένη στα διηγήματα του Χρήστου Οικονόμου, και μιλά για την επιβίωση και την αντίσταση.

Η «Τσακουάλα», μια νέα παράσταση που σκηνοθετεί ο Γιώργος Βουρδαμής, παρουσιάζεται στο Θέατρο Θησείον. Βασίζεται στη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων «Κάτι θα γίνει, θα δεις» του Χρήστου Οικονόμου, σε διασκευή της Ειρήνης Φαναριώτη. Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός περιγράφει ως πιο σκληρή απώλεια των ηρώων την ικανότητα να φαντάζονται τη ζωή τους διαφορετικά.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τέσσερις άνθρωποι από τις λαϊκές γειτονιές του Πειραιά και των δυτικών προαστίων, οι οποίοι έρχονται αντιμέτωποι με έναν κόσμο που στενεύει διαρκώς τις επιλογές τους. Ο ένας φεύγει, ο άλλος αντιστέκεται, ο τρίτος θυσιάζεται και ο τέταρτος προδίδει. Μετά τη «Νοχαβελάνδη», ο Βουρδαμής συνεχίζει να εξετάζει τις συνθήκες εκμετάλλευσης και τα κοινωνικά αδιέξοδα, αυτή τη φορά μέσα από ιστορίες που συνδέονται και με δικά του βιώματα.
Η σαύρα και η μεταφορά
Ο τίτλος παραπέμπει στην τσακουάλα, μια σαύρα της ερήμου. Όταν απειληθεί, χώνεται στη φωλιά της, φουσκώνει τα πνευμόνια της και σφηνώνει έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να τη βγάλει.
Ο Βουρδαμής επισημαίνει ότι η παράσταση δεν είναι ακριβώς μια ρεαλιστική ιστορία. Κατά τον ίδιο, μοιάζει περισσότερο με μεταφορά για τον αέναο κόπο και την αέναη εργασία. «Νομίζω πως η μεγαλύτερη απώλεια των ηρώων της είναι η δυνατότητα να φανταστούν τις ζωές τους αλλιώς», λέει. Όπως εξηγεί, δεν τους λείπουν μόνο οι υλικοί πόροι ή οι ευκαιρίες· περιορίζεται σταδιακά και ο ορίζοντας των προσδοκιών τους, μέχρι που μια άλλη ζωή να μοιάζει σχεδόν αδιανόητη.
Για τη σχέση του με τον κόσμο του έργου, ο σκηνοθέτης αναφέρει ότι αναγνωρίζει τη λαϊκή και εργατική πλειοψηφία των περιοχών αυτών, με το προσφυγικό παρελθόν, καθώς και μια «επαρχιακή» καθημερινότητα που γνώρισε στα νεανικά του χρόνια: αλάνες, παιχνίδια στον δρόμο, πλαστικές καρέκλες στο πεζοδρόμιο. Μιλά για μια ζωή που, παρά τις δυσκολίες, είχε ζωντάνια, οικειότητα και συλλογικότητα.
Πώς προέκυψε η παράσταση
Ο Βουρδαμής διευκρινίζει ότι δεν οδηγήθηκε ακριβώς στον Οικονόμου, αλλά ότι η «Τσακουάλα» προέκυψε από συμφωνία με τον Χρήστο Κοντογεώργη, με τον οποίο μεγάλωσαν μαζί, να δημιουργήσουν κάτι δικό τους. Τα διηγήματα λειτούργησαν ως εφαλτήριο, ξεκινώντας από ένα κοινό παρελθόν και από τις γειτονιές όπου μεγάλωσαν και οι δύο.
Ως πιο δύσκολη στάση να κρίνει κανείς, ανάμεσα στις τέσσερις των ηρώων, ο σκηνοθέτης ξεχωρίζει τη φυγή. Όταν ο κλοιός στενεύει και η επιβίωση γίνεται καθημερινή αγωνία, υποστηρίζει, η φυγή γίνεται μονόδρομος. Την προδοσία την χαρακτηρίζει «πεπατημένη». Το δύσκολο, όπως λέει, δεν είναι να κρίνεις τις επιλογές των ανθρώπων, αλλά να αναρωτηθείς τι θα έκανες εσύ στις ίδιες συνθήκες.
Σε σκηνικό επίπεδο, η παράσταση έχει, σύμφωνα με τον ίδιο, μια πιο ποιητική πρόθεση και μοιάζει με όνειρο και εφιάλτη μαζί. Τα τραγούδια, οι μελωδίες, οι χαρακτήρες και οι σχέσεις τους επιχειρούν να κουβαλούν μνήμες με μυρωδιές, ήχους και πρόσωπα. Δεν ενδιέφερε τους δημιουργούς να αναπαραστήσουν το παρελθόν, αλλά να δώσουν την αίσθηση ότι επιστρέφει άλλοτε τρυφερά και άλλοτε απειλητικά.
Στο έργο αντιστέκεται μόνο ένας από τους τέσσερις χαρακτήρες, ο «πιτσιρικάς», ο πολιτικοποιημένος και οραματιστής, που κατά τον Βουρδαμή αποτελεί σχεδόν σύμβολο και αντιστέκεται ανεξάρτητα από το κόστος. «Νομίζω πως χωρίς επιμονή δεν υπάρχει αντίσταση. Τίποτα γύρω μας δεν μας ωθεί προς αυτήν· αντίθετα, όλα μοιάζουν να μας εκπαιδεύουν στην προσαρμογή και την αποδοχή», δηλώνει.







